Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

ΕΡΙΛΗ
(έμμετρο μονόπρακτο)


Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται μέσα σε δυο κοριτσίστικα στήθη.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ   

Η ζωή είναι μία διαρκής συνουσία.
ΕΛΥΤΗΣ



ΧΡΟΝΟΣ: οποιοσδήποτε.
ΤΟΠΟΣ: οπουδήποτε.
ΠΡΟΣΩΠΑ: Ελβυτέρ, Εριλή, Μωηά.
ΔΥΟ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΕΣ (βουβά πρόσωπα)

(ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ)
(Δωμάτιο του Ελβυτέρ. Φτωχικό. Αριστερά για τους θεατές, πόρτα που οδηγεί στο χoλ.  Ο Ελβυτέρ στέκεται όρθιος μπροστά στο μικρό τραπέζι που βρίσκεται στη μέση του δωματίου. Δίπλα του μία καρέκλα. Πάνω στο τραπέζι ένα ποτήρι μ' ένα κόκκινο υγρό μέσα και η φωτογραφία της Εριλή)


ΕΛΒΥΤΕΡ
Έρωτα παντοδύναμε, θεέ, όλων Πατέρα
γιατί χαράς δε μου 'δωσες να δω και γω μια μέρα;
Πέτρα την πέτρα το βουνό δένεις και δε χαλιέται.
Το κύμα κάνεις στο γιαλό άπαυτα να χτυπιέται.
Δένεις αέρα, γη, νερό, σε μία σφαίρα στέρια
τηνε κεντάς κι ανάμεσα από τ' άλλα σου τ' αστέρια
τρέχει αυτή ακράτηγη. Για τι; Για πού; Ποιος ξέρει
παρά το που την έπλασε αλύπητό σου χέρι…
Στου σπόρου μέσα το κορμί, χωμένο μες στο χώμα
συνάζεις μύρα, σχήματα, σταλάζεις φως και χρώμα
και κάθε χρόνο απα' στης γης τα μέρη τα σκορπίζεις'
τάχα για ποιον; τάχα για τι; Μόνον εσύ γνωρίζεις.
Μέσα στη θάλασσα οδηγάς και χύνεις τα ποτάμια,
τον πόθο για το ψήλωμα φυτεύεις στα καλάμια.
Δένεις τη μέρα με το φως, τη νύχτα με τα μάγια,
τη δυστυχιά με τη ζωή, τον πλούτο με τ' αρπάγια.
Το φλόγινο το κόκκινο ταιριάζεις με τη δύση
τον ερχομό της άνοιξης με το γλυκό μεθύσι
τη νοστιμιά του χταποδιού με του χελιού την πείνα
τη νύχτα με τ' αστέρια της και με τη λάμψη εκείνα,
τα ψάρια με τη θάλασσα, πουλιά με τον αέρα,
και με το μαύρο θάνατο της ερημιάς την ξέρα.
Τ' αρνί οδηγάς προς τη σφαγή, το φως προς το σκοτάδι,
τα ρόδα προς το μάραμα, τη ζήση προς τον Άδη.
Βαθιά ποτίζεις το χαρτί με δίψα για μελάνι
και του σωστού τ’ ακρόριζα ποτίζεις με την πλάνη.
Την πεταλούδα στη φωτιά ρίχνεις και το μικρούλι
σε τρομερό ένα θάνατο σπρώχνεις αγκαθοπούλι.
Τις αίστησες εγέννησες και κάνοντας να νιώθουν
τη δυστυχιά την ίδια τους τις έβαλες να κλώθουν.
Κι ό,τι εγέννας το 'στειλες μονάχο του να πάει
μες στα ψυχρά, παντέρημα και σκοτεινά σου χάη
και να ζητάει αιώνια χωρίς ποτέ του να 'βρει
το ταίρι του, που του 'κρυψε η βούλησή σου η μαύρη.
Έσμιξες, εξεχώρισες, σμίγεις κι ξεχωρίζεις
συγκλόνισες, ετάραξες, ταράζεις, συγκλονίζεις
και μέσα στην ασύγκριτη σύγχυση και τη βία-
και μέσα σ' όλων των στοιχειών τη φοβερή μανία
και μας μαζί μας στροβιλάς και μας μαζί μας δέρνεις
κι απ' το 'να γκρεμοτσάκισμα στ' άλλο γοργά μας φέρνεις.
Και στης ψυχής μας τ' άμετρα, τ' αβυσσαλέα βάθη
ολέθρια εφύτεψες και ψυχοφθόρα πάθη-
μικρά και μεγαλύτερα, μέγιστα και ακόμα
πάθη που αν είναι να τα πει δειλιάει κάθε στόμα.
Το πάθος για του ιππόδρομου έβαλες τ' αλογάκια,
το πάθος για τ' αλκολικό ποτό, για τα χαρτάκια,
για τα ταξίδια, τα όμορφα ρούχα και τα στολίδια,
την τέχνη, την κολύμβηση, τα δάση, τα βιβλία,
κι ακόμα πάθη χίλια δυο μπορώ να ονομάσω
χωρίς στο τέλος του μακριού κατάλογου να φτάσω.
Τόσο τα πάθη που σκορπάς πολλά και δίχως τέλος.
Τόσα. Και για καθένα τους ένα μικρό σου βέλος.
Κι οι άνθρωποι τα πάθη τους υπηρετούν. Και όλοι
άλλος πιο λίγο, άλλος πολύ, κάθε αργία και σκόλη
την αφιερώνουν δουλικά στο πάθος που τους πάει
και με το πάθος του καθείς στον κόσμο αυτόν μεθάει.
Μα ένα πάθος διάφορο υπάρχει από τ' άλλα
που πιο μεγάλο είναι μαζί απ' όλα τα μεγάλα:
για το γυναίκειο το κορμί το ακοίμητο το πάθος
που πλάτος έχει άσωστο κι αμέτρητο έχει βάθος.
Ποιος που δεν είναι ανόητος μπορεί να θεωρήσει
πως με το χρόνο αυτό εδώ το πάθος θα ξεφτίσει;
Ποιος η ύστερή του η πνοή προτού το σώμα αφήσει
του πάθους τούτου η ορμή πως θα γνωρίσει δύση-
πως από μέσα του η ορμή αυτού του πάθους φεύγει
προτού η στερνή του η πνοή απ' το κορμί του έβγει;
Ποιος θα τολμούσε να 'λεγε Κόλαση πως υπάρχει
που απ' το γυναίκειο το κορμί αιτίαν άλλη να 'χει;
Ποιος ότι τάχα μια φωτιά υπάρχει πιο φλογάτη
από τη φλόγα που σκορπάει το γυναικείο μάτι;
Ποιος πως βασανιστήριο πιο μέγα έχει γίνει
παρά να μη τον αγαπά-να μη τον θέλει Εκείνη;
Όμως οι άθλιοι άνθρωποι με κάτι ξεγελιούνται
όταν Αυτή δεν τους κοιτά-κάπως παρηγοριούνται.
Τη μια με κάποιο γέλιο Της, άλλη με μια ματιά Της
και άλλοτε μ' εν' άγγιγμα 'π' τα χέρια τ΄ακριβά Της.
Για όλους μες στη δυστυχιά υπάρχει μια ελπίδα-
για όλους έχει μι αστραπή μέσα στην καταιγίδα.
Ένα λογάκι, μιας μικρής υπόσχεσης η σπίθα
λαφρώνει το πλεούμενο που αλλιώτικα θα εβύθα.
Για όλους πλην για μένανε. Κλειστοί για μένα είναι
οι δρόμοι όλοι. Ανοιχτός μονάχα μ' απομένει
και ολορθάνοιχτος, αυτός του οριστικού χαμού μου-
χαμού κορμιού που ακολουθά εκείνονε του νου μου.
Η καθ' ελπίδα είναι για με ολότελα σβησμένη.
Κάθε χαρά ερωτική πριν γεννηθεί πεθαίνει.
Και τι ελπίδα, τι χαρά μπορώ να περιμένω
αφού η αγάπη μου γι αυτήν της είναι κάτι ξένο…
αφού δεν ξέρει τίποτα-και πώς μπορεί να ξέρει
αφού της είναι αφάνταστο πως αγαπούν κι οι γέροι..
Αφού τα δίχτυα αν μέριαζα για μια στιγμή του τρόμου
και αν Της εφανέρωνα μια μέρα τον καημό μου,
ξέρω, το γέλιο θ’ άρχιζε και δε θα σταματούσε
παρά μονάχα επειδή απ΄το γέλιο θα πονούσε.
Ναι! Είμαι γέρος! Και λοιπόν; Τι κι αν παλιά η βάρκα
σαν ταξιδεύει μέσα της μια μεθυσμένη σάρκα;
Τι κι αν τοιχώματα σκληρά φτιάχνουνε την κυψέλη
αφού πλαντάζει μέσα της η γλύκα από το μέλι;
Τι κι αν μεγάλο το δεντρί αφού κλωνάρια απλώνει
χλωρά, κάθε που Άνοιξη την ξέρα του ζυγώνει;
Και το κρασί γλυκύτερο γίνεται όσο παλιώνει.
Κι αν πάγοι σκέπουνε τη γη, ολάκερη πυρώνει.
Ίδια σοφία το παλιό βιβλίο εντός του κλείνει,
ίδια τη μάθηση σκορπά, ίδια τη γνώση δίνει.
Κι έχει ο γερο-πλάτανος μυριάριθμα κλαδάκια
όπου απαλότερ' από δυο χαϊδεύουνε χεράκια.
Πολύ καλά συ Έρωτα ξέρεις γιατί μιλάω
όσο καλά ξέρω κι εγώ πως άπαυτα πονάω.
Μάρτυρες άλλους δε ζητώ σ' αυτήν τη συφορά μου'
δω έχουμε να κάνουμε 'γω, συ και η Κυρά μου.
Εσύ όπου με λάβωσες, Αυτή που με σκοτώνει
και γω που η πληγίτσα Της τώρα με ξεματώνει.
Γιατί καιρός μ' απόμεινε λίγος για πόνο ακόμα.
’Τι θα δεχτεί τον πόνο μου το άπονο το χώμα.
Τι να Της ζήταγα λοιπόν; Ούτε αυτή τη χάρη
έχω, ενός όχι Της σκληρού να μ' έκοφταν οι χάροι.
Στέκομαι μόνο αδύναμος, πιασμένος μες στο δίχτυ
που μέσα του η λατρεία Της δεμένονε με ρίχτει.
Γέρος. Και με ποια πρόφαση μπορώ να Την αγγίξω;
Πάνω Της ούτε θαυμασμού βλέμμα μπορώ να ρίξω
Στο νου δεν το 'χει-αμήχανα κι αφύσικα θα νιώσει.
Πάλι μπορεί να προσβληθεί κι ίσως και να θυμώσει
που τέτοια μια, γέρος εγώ, έχω τολμήσει τόλμη.
Μπορεί και να το έλεγε στους γύρω Της ακόμη.
Έτσι αδιάφορο πολύ το βλέμμα πρέπει να 'χω
σαν, σπάνια, συναντιόμαστε. Και μια ευκαιρία να ψάχω
θα πρέπει για πολύν καιρό μέχρι να καταφέρω
χωρίς αυτή να με θωρεί-εμένανε, το γέρο-
να Τηνε κλείσω μες σε μιας ματιάς μου την απόχη-
και πάλι γρήγορη ματιά, ρηχή, σαν πρωτοβρόχι.
Και μήπως τάχατε συχνά Τη βλέπω; συ το ξέρεις:
όποτε πλάϊ μου θα 'θελες τυχαία να Τη φέρεις.
Κι ίσως καλλίτερο ειν' αυτό γιατί βαθιά πληγώνει
να μου μιλάει σαν να 'πλεκε, να ράβει η να ζυμώνει.
Γιατί μου είναι αβάσταγο ψυχρά να με κοιτάνε
τα μάτια Εκείνης που 'πρεπε δική μου όλη να 'ναι.
Την τελευταία τη φορά θυμάμαι που Την είδα.
Πριν λίγες μέρες ήτανε. Στο σπίτι Της επήγα.
Μα ποιο το κέρδος; Σ' όποιο πριν να πάω ήμουνα χάλι
στο ίδιο και χειρότερο σαν έφυγα ήμουν πάλι.

(τα φώτα σβήνουν και ανάβουν πάλι. Σπίτι της Εριλή. Η Εριλή μισο- ξαπλωμένη στον καναπέ ακούει μοντέρνα τραγούδια από το ραδιόφωνο. Είναι ντυμένη με ακριβά ρούχα. Μπαίνει ο Ελβυτέρ ντυμένος φτωχικά και φορώντας αδιάβροχο)

ΕΡΙΛΗ
Γεια σου Ελβυτέρ.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Γεια σου Εριλή.

ΕΡΙΛΗ
Σήμερα λεν θα βρέξει.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Ναι. Στις ειδήσεις το είπανε που άκουσα στις έξη.

ΕΡΙΛΗ
Ω! Τη βροχή τηνε μισώ!.. με βρέχει… με λασπίζει…

ΕΛΒΥΤΕΡ
Μ’ αν δε θα βρέξει Εριλή το ρόδο δεν ανθίζει.

ΕΡΙΛΗ
Τότε ας βρέξει στους αγρούς. Γιατί κι εδώ στην πόλη;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Και συ τι θα γινόσουνα που εν' άνθος είσαι όλη;

ΕΡΙΛΗ
Α! Ελβυτέρ! Δε λείπουνε απ' το στόμα σου τ' αστεία.
(ζωηρά)
Ξέρεις; Σχολείο αύριο δεν έχουμε-ειν' αργία.
Και θέλω να 'βγω. Κι ο μπαμπάς δε θέλει να μ' αφήσει.
Πες του δυο λόγια Ελβυτέρ. Ίσως αυτό τον πείσει.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Αν θα μου πεις πού θες να πας, μπορεί να του μιλήσω.

ΕΡΙΛΗ
Θέλω να πάω στην Υλγώ. Για λίγο, δε θ' αργήσω.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Καλά.

ΕΡΙΛΗ
Ωραία!... κάνε μου ακόμα μία χάρη…

ΕΛΒΥΤΕΡ

Ακούω.

ΕΡΙΛΗ
Το βιβλίο μου δώσε μου απ' το συρτάρι.

(Ο Ελβυτέρ σηκώνεται και της το δίνει. Η Εριλή ξαπλώνει στον καναπέ και αρχίζει το διάβασμα σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος στο δωμάτιο. Τα φώτα σβήνουν και ξανανάβουν.  Δωμάτιο του Ελβυτέρ όπως πριν)

ΕΛΒΥΤΕΡ
Από την άλλη πάλι αν δεν Την ιδώ για μέρες
απ' την ψυχή μου πιο χλωρές είναι οι έρμες ξέρες.
Αυτά τραβώ. Δεν ξέρω τι να πω ή τι να κάνω.
Ξέρω πως ένα μοναχά μου μένει: να πεθάνω.
Ξύπνιος Την έχω στο μυαλό. Κοιμάμαι; στ' όνειρό μου.
Δε θα τη δω μόνο ποτέ ο δόλιος στο πλευρό μου.
Κι όχι μονάχα αδιαφορεί αλλά κι ακόμα μοιάζει
και σαν πολύ να με μισεί ή σαν να μ' αηδιάζει.
Να… με τον κοριτσίστικον, αθώο Της αέρα
κάθε γιορτή, κάθε χαρά, μα και την κάθε μέρα
που ένας γνωστός στο σπίτι Της μετά 'πο μέρες πάει
αυθόρμητα, όταν τον δει, Εκείνη, τον φιλάει.
Δεν αξιώθηκα φιλί να πάρω απ' Αυτήνε.
Για μένα κι ένα τέτοιο Της φιλί, όνειρο είναι.
Κι ενώ για μένα έχουν πλαστεί τα δύο Της τα χείλια
τώρα στων άλλων τα φιλιά με κατακαίει η ζήλεια.
Ζήλεια για τι; Ζήλεια για ποιον; Τι έχει να ζηλέψει
αυτός π' ουτ' ένα λόγο Της γλυκόν δεν έχει γέψει;
Κι όμως με λιώνει, με πονά, με καίει, με πεθαίνει
η ζήλεια ως και για τον ψυχρόν αέρα που ανασαίνει.
Γι Αυτήν δε θα 'ταν τίποτα ένα φιλί ακόμα.
Για μένα όμως θα 'τανε το παν. Θεοί! Το στόμα
το λατρευτό θ' ακούμπαγε στο δέρμα μου επάνω…
Όλα μ' αυτό το φίλημα θα μπόρεια να τα κάνω.
Κι αν όχι όλα, μες σ' αυτήν που τώρα είμαι θέση
δε θα 'χα φτάσει-η ίδια μου η ζωή να μη μ' αρέσει.
(μικρή παύση. Χαμογελάει πικρά)
Μα είχα με το μέρος μου πάντα τη φαντασία.
Αυτή παρέα μου 'κανε αληθινά εξαισία.
Έζησα τις καλλίτερες στιγμές εγώ κι Εκείνη
(ένα μικρό κομμάτι τους αλήθεια μόνο αν γίνει
θα 'μαι ο ευτυχέστερος απ' τους ανθρώπους όλους).
Τους ωραιότερους μ' Αυτήν παρέα έπαιξα ρόλους.
Εκείνη την αγάπη μου μου έφερνε κοντά μου
και νύχτες έζησα μ' Αυτήν χιλιάδες πρώτες γάμου.
Φορές, ενώ εζούσαμε μια ζήση όπως τώρα
ξάφνου βαρύ θανατικό έπεφτε μες στη χώρα
Τι λέω στη χώρα; σ' όληνε τη γη-κι όλοι πεθαίναν
κι οι μόνοι οι δυο μας ήμασταν πάνω στη γη που μέναν.
Τότε Αυτή όχι χαίρονταν μονάχα, μα ευτυχούσε
το βήμα μου σαν άκουγε κοντά Της που ηχούσε
κι απρόσκλητη τοτ' έρχονταν και μου ζητούσε αγάπη
και με πολυεπρόσεχε πολύτιμο σαν κάτι.
Α! Δεν μπορώ να πω εδώ τα όσα Αυτή για μένα
πράγματα μόνη έκανε γλυκά κι ευτυχισμένα..
Άλλοτε ταξιδεύοντας μ' ένα μεγάλο πλοίο
ύστερ' από ναυάγιο σωζόμασταν οι δύο
πάνω σ' ένα έρημο νησί. Τη μέρα μακριά μου
την πρώτη εκαθότανε. Μα ζύγωνε κοντά μου
όταν η νύχτα έπιανε να πέφτει. Σαν Θεό Της
με είχε και μ' αγάπαγε κάλλιο κι απ' τον εαυτό Της.
Φορές πάλι άλλες γιορτινά η πόρτα μου εχτύπα
(πόσο πολλή στο χτύπημα εκείνο υπήρχε γλύκα!),
την άνοιγα και, ω! θεοί! ήταν στ' αλήθεια Εκείνη
με στριμωγμένα γύρω Της νυμφών, σατύρων σμήνη.
Και κάθονταν. Και όλη Της ξέχυνε την αγάπη
που ως τότε-άραγε γιατί;-κρυφήνε την εκράτει.
Κι έπεφτε μπρος στα πόδια μου στο δάκρυ βουτηγμένη
και να Της πω επρόσμενε ότι συχωρεμένη
ήταν για όσα μ' έκανε μαρτύρια να τραβήξω.
Εγώ κρατιόμουν την τρελή χαρά μου να μη δείξω.
Μα όταν καταλάβαινα τι αληθινά συμβαίνει
τίποτα πια δεν έκρυβα κι όλα τα μαρτυρούσα
κι απ' την πολλή μου τη χαρά επέθαινα-δε ζούσα.
Α! Το μικρό Της το κορμί το 'χω γνωρίσει τόσο
που αν γι αυτό κάτι θα πω θαρρώ θα το προδώσω.
Α! Το φιλί Της μ' έκαιγε τόσο πολύ, που φλόγα
θα έσπερνε το στόμα μου τη γλύκα του αν 'μολόγα.
Α! Το φιλί μου το πικρό Την εδονούσε τόσο
που άλλη φορά ενόμιζε πως δε θα Της το δώσω…
Και στο ζευγάρωμα είχαμε αναισθησία τόση
που αναρωτιόμαστε ύστερα: "έχουμε ζευγαρώσει;"
Και τα κορμιά ως έσμιγαν δε λέγαν να χωρίσουν
σαν να 'θελαν στο ένωμα εκείνο εκεί να σβήσουν.
Μα κάποτε-πότε;-αργά, εζούσαμε και πάλι
με δίχως νεύρο στο κορμί και νου μες στο κεφάλι-
τοσο άδειοι απ' όλα είμασταν ή τόσο γεμισμένοι
που ήτανε η πεθυμιά τότε για μας σαν ξένη.
Μα όσο κι αν μου φτέρωνε η φαντασιά τις ώρες
με τις πολλές που μου 'δινε της ομορφιάς Της γνώρες
τόσο η ζήση ώρθωνε στο διάβα μου εμπόδια
κι έλιωνε κάθε μου χαρά με τα βαριά της πόδια.
Όλα Της τότε μ' έκαιγαν κι όλα με τυραννούσαν-
όλα Της τότε σ' άβυσσο βαθιά μια με τραβούσαν:
Η απουσία Της. Το φιλί που δε μου είχε δώσει.
Η απονιά Της που σφιχτά με είχε περιζώσει
και που με σπάνια αγκάλιαζε τ' άθλιο κορμί μου ζέση
και μ' έσφιγγε και μου 'σπαζε πλευρά, λαγόνια, μέση.
Άπονη! Αν ήμουνα σκυλί θα είχα την ελπίδα
να με φωτίσει ενός χαδιού ζεστού Της η αχτίδα.
Αν ήμουνα η χτένα Της μία φορά τη μέρα
στη δροσερή Της των μαλλιών θα έμπαινα τη σέρα.
Αν ήμουν η γατούλα Της κι έλειπα για ημέρες
για να με βρει θα έμπαινε σε βάλτους και σε ξέρες.
Κι εμέ, βδομάδες να με δει ενώ έχει, κάποιο "γεια σου"
μου λέει, που στα έρμα μου τ' αυτιά ηχεί σαν "χάσου"
Τα τόσα, που, πολύτιμα Της έχω κάνει δώρα
σε ποια γωνιά να βρίσκονται παραριγμένα τώρα;
Τόσα διαμάντια και χρυσά. τόσα φωτολουσμένα
ποτέ Της δεν τα κοίταξε-τα παραπονεμένα.
Καθόλου τη μαρμάρινη δεν έχουνε καρδιά Της
αγγίξει τα δοσίματα που έχουν τ' όνομά Της.
Όση κι αν φλόγα έβαλα μέσα τους λες εχάθη-
καθόλου από την πύρα τους Εκείνη δε ζεστάθη.

Τέτοια μαρτύρια με κρατάν και τέτοιοι πόνοι μ' έχουν-
τέτοια τα μαύρα δάκρυα στα μάτια μου που τρέχουν.
Και η αιτία ειν' Αυτή που 'χω αποφασίσει
να φτάσω μ' ένα πήδημα στο σκοτεινή τη ζήση.
Τέλος θα βάλω στη ζωή που 'χει μαρτύριο γίνει.
Θα κλείσω αυτό το στόμα μου που όλο φαρμάκια πίνει.
Τα μάτια που όταν Τη θωρούν πονούν και που πονούνε
το ίδιο κι αν δε θα Τη δουν, πια δε θα ξαναδούνε.
Τα χέρια που την ηδονή τη μόνη τους-ν' απλώσουν
επάνω στ' άσπρα στήθη Της-δεν μπόρεσαν να νιώσουν
άσπρα θ' αφήσω κόκκαλα. Μαύρη θα κάνω στάχτη
του' το κορμί που απ' τον κρυφό τον πόνο Της 'ρημάχτη.
Άλλο δε μένει τίποτα. Χωρίς Αυτήν η ζήση
έρμο σκυλί 'ναι κι άμοιρο, που χάρη να ψοφήσει.
Είναι στολίδι άχρηστο και δώρο για κανένα.
Κορμιού είναι νεκροστόλισμα με ρόδα μαραμένα.
Ελπίδα μια να με κρατεί δεν έχω. Δε με δένει
πια τίποτε με τη ζωή που 'ναι απ' Αυτήν χαμένη.
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ άλλο να υποφέρω:
πως ειν' Αυτή στην ίδια γη πάνω με με να ξέρω
αλλά μακριά μου… πώς μπορεί-ο νους πώς να το βάλει
σε άλλο το κεφάλι Της να γέρνει προσκεφάλι;
πώς τα δυο χείλια Της μπορούν τα ζαχαρογραμμένα
που για τα δυο τα χείλια μου τα 'χει ο θεός πλασμένα
σε άλλους μόνο να μιλούν… σε άλλους να γελούνε
και-λυπηθείτε με θεοί-και άλλους να φιλούνε…
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ-δε φτάνω να τ' αντέξω'
να μην μπορώ μες στ' απαλά μαλλάκια Της να πλέξω,
μόνο αυτά να γίνονται φίδια και να με τρώνε
όταν τα χέρια τ' ακουμπούν ανθρώπων αλλωνώνε'
κι αντίς φιλάκια τρυφερά πάνω τους ν' αποθέτω
καθώς το κεφαλάκι Της θα γέρνει μου στο πέτο-
κι αντίς για ρίγη ηδονικά μύρια να τους χαρίζουν
τα δάχτυλά μου μέσα τους όταν θα λαχταρίζουν,
τώρα μια να 'ναι θάλασσα που στ' άφωτά της βύθη
των άμοιρων ελπίδων μου μαραίνονται τα πλήθη.
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ. Εκείνα τα χεράκια
όχι στου πόθου μου να καιν την εκκλησιά κεράκια
μ' αλλού αγκαλιές να δίνουνε και χάδια να σκορπάνε'
χάδια και δώρα κι αγκαλιές που όλα χαμένα πάνε...
Κι αυτά τα στήθη δεν μπορώ τη φλόγα τους να δίνουν
σ' άλλες χαρές. Δεν το μπορώ τη μέθη τους να πίνουν
άλλοι καιροί. Δεν το μπορώ-δεν το μπορώ να μένω
έξω απ' τ' αφροπανήγυρο αυτό το μαγεμένο.
Δεν το μπορώ τα πόδια Της μ' άλλα να σμίξουν πόδια.
Δεν το μπορώ η ροδίτσα μου αλλού να δώσει ρόδια.
Δεν το μπορώ η μέση Της μ' άλλη να σμίξει μέση.
Δεν το μπορώ γι άλλη καρδιά η καρδιά Της να πονέσει.
Δεν το μπορώ το θαμ' αυτό που γίνηκε για μένα
ούτε να το κοιτάζουνε βέβηλα μάτια ξένα.
Δεν το μπορώ η ανάσα Της άλλονε να ζεσταίνει.
Δεν το μπορώ απ' αλλουνού τον πόθο να χλωμαίνει.
Δεν το μπορώ-δεν το μπορώ με τη ζεστή μιλιά Της
να νανουρίζει άλλες μορφές μέσα στην αγκαλιά Της.
Ας φύγω! Τρις καλλίτερα! Του Άδη ας με ζώσουν
τα σκότη κι οι μεγάλες του φλόγες ας με πυρώσουν'
Πιο σκοτεινά τα μάτια Της. Πιο φλογερό το σώμα.
Πιο πυρωμένη μια πνοή απ' το δικό Της στόμα.
Θα φύγω. Να μην πνίγομαι στον πόνο Της. Θα φύγω.
Κάθε κακό μπροστά σ΄ αυτό που μ' ήβρε, είναι λίγο.
Ας φύγω, πια να μη θωρώ το βελουδένιο στόμα
και για το που το γεύεται να μη ζηλεύω πιόμα.
Να μη την εικονίτσα Της κοιτάζω κάθε τόσο
για να 'βρω δύναμη πιο κει το βήμα μου ν' απλώσω.
Να μη με τη φωνούλα Της ξεσχίζει την ψυχή μου
να μη με το γελάκι Της βραδιάζει την αυγή μου.
Να μη θωρώντας σαν ξυπνώ το μοναχό μου στρώμα
για μοναχήν ελπίδα μου να στρέφομαι στο χώμα.
Να μη το κάθε χτύπημα στην πόρτα μου με σφάζει
να μη κάθε περπάτημα σαν Εκεινής μου μοιάζει.
Να μη της ζήλειας τα φριχτά πλοκάμια με τυλίγουν
να μη τα χάδια τ' άδοτα ολημερίς με πνίγουν.
Να μη όλη μου την ύπαρξη το Άδειο να γεμίζει
να μη, δίπλα σε Κείνηνε, η μοναξιά ν’ ανθίζει.

Μα όμως κι ένας μυστικός φόβος το νου μου παίρνει:
τη λύτρωση ούτε ο θάνατος μήπως και δεν τη φέρνει.
Μ' ακόμα κι αν στο θάνατο πονούν όσοι αγαπάνε
κάθε άλλος πόνος απ' αυτόν, εδώ, πιο λίγος θα 'ναι.
Κι ακόμα ίσως ο θάνατος κοντά Της να με φέρει.
Πιο σπλαχνικό ίσως εκεινού να 'ναι μπορεί το χέρι.
Ίσως αγέρας γίνω εκεί κι η μ' όλα ταιριασμένη
μυτούλα Της μεθυστικά, πρωί, να μ' ανασαίνει.
Ίσως φωνή γινώ αηδονιού και τα χαριτωμένα
τ' αυτάκια Της προσέξουνε τότε λιγάκι εμένα.
Ή πάλι ένα εσώρουχο σφιχτούλια κολλημένο
σε ό,τι, τώρα απρόσιτο, με κάνει και πεθαίνω.
Ίσως σταυρός χρυσός γινώ με τέχνη σκαλιγμένος
και-γιατί όχι-να βρεθώ ανάμεσα σφιγμένος
στα δύο απερίγραπτα του στήθους Της λοφάκια
κι όλα μου μες στη γλύκα τους να σβήσουν τα φαρμάκια.
Ίσως αχτίδα φεγγαριού κι απ' το παράθυρό Της
να χαδοπεριπλέκωμαι στον όλασπρο λαιμό Της.
Ίσως και όνειρο γλυκό του ύπνου Της να γίνω
κι όταν κοιμάται όλες Της τις ομορφιές να πίνω.
Και πάλι ίσως μια αίστηση απ' τις γλυκές εκείνες
που μόνο στις νυχτέρινες ανθούν του πόθου κλίνες
και κάθε νύχτα μες στ' αβρό, καυτό, γλυκό Της βάζο
τις στάλες της ανείπωτης λατρείας μου να σταλάζω.
Ναι! Ίσως να 'βρω το φιλί στου θάνατου τα μέρη.
Δικό μου ίσως γίνει εκεί το λατρεμένο ταίρι.
Μπορεί. Μα ό,τι να σκεφτώ, ό,τι κι αν πω ή κάνω,
προτού απ' όλα ένα-αυτό!- μου μένει: να πεθάνω.

Έρωτα παντοδύναμε, θεέ, όλων Πατέρα,
καλή γιατί δεν έδωσες να δω κι εγώ μια μέρα;
Πάνω στη γη επέταξες τ' αθώα πλάσματά σου
και τ' άφησες να καίγονται στην άλυπη φωτιά σου.
Βαθιά βαθιά επότισες με πόθο το κορμί τους
κι απλήρωτη κι αδίκιωτη άφησες την ορμή τους.
Με του γυναίκειου του κορμιού την πεθυμιά ποτίζεις
τις ίνες του αδύναμου κορμιού που συ ορίζεις
και τους θωρείς να σπαρταρούν γυρεύοντας αγάπη
κι αχνογελάς σαδιστικά στων ουρανών τα μάκρη.
Βρωμοθεέ αναίσχυντε μας πέταξες στα σκότη
αφού έχεις βάλει μέσα μας το φως σκέψη μας πρώτη.
Μπροστά μας δρόμο διάπλατον και φωτεινόν απλώνεις
αλλά με άλυσες βαριές τα πόδια μας διπλώνεις.
Δέντρο μπροστά μας. Οι καρποί τις κλάρες του τις σπάνουν'
και διασκεδάζεις που τα δυο τα χέρια μας δε φτάνουν.
Δε σ' άρεσε που ήμασταν άπονα ύλης μόρια
μακριά 'πο κάθε πεθυμιά και κάθε ανημπόρια-
η βρωμερή σου η βούληση θέλησε να μας έχει
μέσα στον πόνο και πικρό το δάκρυ μας να τρέχει.
Μάτια και στήθη, στόματα, χέρια και ποδαράκια
γοφοί, γλουτοί, τσακίσματα, φωνούλες και γελάκια
περνοδιαβαίνουν δίπλα μας σ’ ατέλειωτη πορεία.
Και βλέπουνε τα μάτια μας με πόθο και λατρεία
κι ακούν τ' αυτιά κι οσμίζεται η μύτη τις οσμές τους
που ερωτικά σπιθοβολούν οι ερωτικές ορμές τους,
και μας, μας έχεις κραταιέ σ' ένα κλουβί κλεισμένους
σε όλα τούτα αμέτοχους και άχαρους και ξένους.
Όπως παιδί που τα φτερά τα δυο της μύγας κόβει
και το κορμί της ύστερα κεντά με το βελόνι
κι εκείνη στέκει ανήμπορη στον τρόμο βουτηγμένη
τέτοια μια μοίρα και για μας συ έχεις φυλαγμένη.

Ω! Συ θεέ μικρόπρεπε! Πάγκακε! Παμμισώντα!
Έτσι γιατί μας έπλασες δυστυχισμένα όντα;
Αφέντη των αστερισμών και των συμπάντων πλάστη
το πωρωμένο σου μυαλό τι πήγε κι εφαντάστη!
Από μιας σφαίρας άφωτης το κρύο και μαύρο χώμα
όντα να πλάσεις που ζητούν, που θέλουν, που ποθούνε
να σμίξουν μ' ό,τι όμορφο στο διάβα τους θα δούνε
αλλά την κάθε απόλαυση να διώχνεις μακριά τους
κι ακόρεστη και άσβεστη να 'χεις την πεθυμιά τους..
Ω! Τι τελειότητα θεέ το νου σου διακρίνει!
Τι άφατη αγαθότητα που η ύπαρξή σου κλείνει
και τι σοφία να ξόδεψες και πόσον τάχα χρόνο
τη θλίψη από το τίποτα να φτιάξεις και τον πόνο!..
Έρωτα, βρώμικε θεέ, αδιάντροπε, αχρείε,
τ' ανέραστά μας τα κορμιά σπάραζε, κέντα, σείε.
Αφού το θέλεις τα σφυριά χώριζε από τ' αμόνια
μα έχεις να πάρεις από με μονάχα καταφρόνια.
Κράτα μακριά 'πο τη φωτιά το δροσερό νεράκι
στέλνε να μας σπαράζουνε του μίσους σου οι δράκοι
και να 'ρχεται κάτι καλό σα δεις, διώχτο και κείνο
μα καταπρόσωπο εγώ θεέ φριχτέ σε φτύνω.
Εγώ ο μικρός, το πλάσμα σου, εγώ, δε θα σ' ανάψω
λιβάνια και στα μέρη σου κεριά δε θα σου κάψω.
Του 'το μυαλό που μου 'δωσες για να γελάς μαζί μου
μπορεί και σκέφτεται. Σωστά-παιδεύεις το κορμί μου
μα το μυαλό που μου 'δωσες θεέ δεν σε πιστεύει
και όπως το κοροϊδεψες, τώρα σε κοροϊδεύει.
Ένα μες στα πειθήνια τα όντα σου τα τόσα
κοίτα-σου βγάζει θαρρετά την ταπεινή του γλώσσα.
Πάρεξ αυτό που μου 'καμες τι θα μου κάμεις άλλο…
τίποτ' από το βάσανο ετούτο πιο μεγάλο-
σαν ψάρι μισοθάνατο να σπαρταρώ στο δίχτυ
κι ενώ σαν ήλιος λάμπω εγώ, γύρω μου μεσονύχτι.
Πάρε μακριά την Εριλή. Μη στέρξεις μ' ένα βλέμμα
να μ' ανταριάσει κάποτε το κόκκινό μου αίμα.
Διώχτηνε. Χάλασέ Τηνε. Φάτην. Χαντάκωσέ Την.
Μέσα σε κάστρο άφταστο για μένα κλείδωσέ Την
μα ξέρε: από σήμερα πάνω στη γην ετούτη
κάποιος της θεοσύνης σου ποδοπατεί τα πλούτη.
και μια σημαία μ' έμβλημα δικό του τώρα στήνει:
μάθε πως από σήμερα θεός Αυτή εγίνει.
Και η σημαία "ΕΡΙΛΗ" γράφει-ετούτο μόνο
κι ειν' υφασμένη απ' της πικρής αγάπης Της τον πόνο.
Κι αυτήν κρατώντας τώρα, να! μονάχος μου διαλέγω
κι από τη ζήση μου αυτή μονάχος μου να! φεύγω.

Ποτήρι μου, χωμάτινο είδωλο του έρωτά μου
φαρμακωμένο σαν κι αυτό στέκεις και συ κοντά μου.
Αγνό, μικρούλι, διάφανο του πόνου μου αηδόνι
μη μια κρυστάλλινη Εριλή και σένα σε σκοτώνει;
Και συ φαρμάκι μου πικρό έλα μαζί να πάμε
στα μέρη απ' όπου πια ποτέ στη ζήση δε γυρνάμε.
Γιατί γραμμένο είναι και συ μαζί με με να σβήσεις
αφού στου Άδη τα κρυφά παλάτια μ' οδηγήσεις.
Έλα, βαρκούλα μου αλαφριά να γίνεις και πανί μου.
Εμπρός αδέρφι μου ακριβό που μοιάζεις στην ψυχή μου,
να ξανοιχτούμε στ' άφωτα του θάνατου πελάγη
απ' της ζωής ελεύθεροι τη μισητήν αρπάγη.
Μετά 'πο Κείνη, μόνο συ, φαρμάκι, θα βυθίσεις
μέσα μου κι έτσι ως βαθιά όλον θα με ποτίσεις.
Κι αφού για το ταξίδι εκεί όλα τα ετοιμάσεις
σαν οδηγός έλα καλός το χέρι να μου πιάσεις
να πάμε αντάμα, πρώτο μου κι ύστατο εσύ συντρόφι
στον τόπο που μοιράζονται τα όνειρα κι οι ζόφοι.
Κι αφού σκοτώνοντάς με συ κι εγώ θα σε σκοτώσω
έναν ωραίο θάνατο τουλάχιστο ας σου δώσω.
Ας δούμε...να βυθίσουμε στις λίμνες των ματιών Της;
Στον όλασπρο να λιώσουμε τον μύλο των δοντιών Της;
Στα ροδαλά του λάρυγγά Της βάθη να χυθούμε;
Κάτω απ' το ποδαράκι Της τ’ αβρό να πατηθούμε;
Να γκρεμιστούμε απ' την ορθή του στήθους Της τη ρόγα;
Στου ηφαιστείου Της τ΄ανοιχτού να πέσουμε τη φλόγα;
Και ποια να έχουμε άραγε για ύστατή μας σκέψη
το παγωμένο δρέπανο πριν άσκεφτους μας δρέψει;
Ο λογισμός μας να γυρνά στο στόμα Της; Στο στήθος;
Α! Ιδεών μου εσεις καυτών το ατελείωτο πλήθος!
Α! Σ' ενα τέτοιο ολόγλυκον χαμό σαν το χαμό μου
θαρρώ πως όλα σας μαζί θα 'σαστε στο πλευρό μου.
Νάτο το τελευταίο μου εδώ λοιπόν φαρμάκι!
Το πίνω στην υγεία σου γλυκό μου κοριτσάκι.
Κι αφού και τώρα ως πάντοτε δε βρίσκεσαι κοντά μου
ας σφίξω την εικόνα σου μέσα στην αγκαλιά μου.
 (με το δεξί του χέρι παίρνει τη
φωτογραφία της Εριλή και τη σφίγγει
πάνω στο στήθος του, ενώ με το
αριστερό υψώνει το ποτήρι και το
πλησιάζει στα χείλια το. Ξάφνω
ακούγονται δυνατοί χτύποι στην πόρτα
και ταυτόχρονα η απελπισμένη φωνή του Μωηά)


ΜΩΗΑ
(απ' έξω)
Παρακαλώ! Ανοίξτε μου! Με κυνηγούν... ανοίχτε!..

ΕΛΒΥΤΕΡ
(ξαφνιασμένος)
Ποιος είναι;

ΜΩΗΑ
Σας παρακαλώ… με σώζετε… ανοίξτε!..

ΕΛΒΥΤΕΡ
(ανοίγει την πόρτα. Ορμάει μέσα ο Μωηά που κλείνει την πόρτα)
Κάθισε-ποιος σε κυνηγά;

ΜΩΗΑ
Οι μπάτσοι. Απόψε βράδυ
μαχαιρωμένον βρήκανε κάποιον μες στο σκοτάδι.
Κάποιος τους είπε πως εγώ ήμουν σ' αυτό μπλεγμένος
και βρέθηκα απ' το τίποτα να 'μαι κυνηγημένος.
Ματοβαμμένο να κρατώ με είδε λέει μαχαίρι
δίπλα στο πτώμα του αντρός που άλλου κάποιου χέρι
πριν λίγο εμαχαίρωσε. Τυχαία εγώ περνούσα
κι ενώ ακόμα ζωντανός μην ήταν εκοιτούσα
οι μπάτσοι ανεξέταστα με πήρανε ξοπίσω.
Αθώος πώς θα γίνονταν πως είμαι να τους πείσω;
Έτρεξα. Μ' έχασαν. Θα 'ρθουν όμως κι εδώ σε λίγο.

(ακούγεται η σειρήνα αστυνομικού αυτοκινήτου)

Να! Όπου να 'ναι φτάνουνε! Μη φίλε με προδώσεις.
Αθώος είμαι .Σώσε με και δε θα μετανιώσεις.

(δυνατοί χτύποι στην πόρτα και άγρια φωνή αστυνομικού απ' έξω)

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ
Αστυνομία! Ανοίχτε μας!

ΕΛΒΥΤΕΡ
Αμέσως!


(οδηγεί τον Μωηά σε μια καταπακτή του
δωματίου που οδηγεί στο υπόγειο και ανοίγει την πόρτα' οι
αστυνομικοί μπαίνουν ορμητικά, ψάχνουν
όλο το σπίτι και βγαίνουν βαριά και
θυελλώδικα όπως μπήκαν. Ο Ελβυτέρ
ανοίγει την καταπακτή και βοηθάει
τον Μωηά να βγει από μέσα)

Έλα-φύγαν.

ΜΩΗΑ
Ελπίζω στον αγύριστο για τα καλά να πήγαν.
Σ' ευχαριστώ για το καλό που μου 'κανες. Σε λίγο
αυτοί σα βρίσκονται μακριά, τότε κι εγώ θα φύγω.
…Μα, πες μου, την επίστεψες την ιστορία που σου 'πα;


ΕΛΒΥΤΕΡ
Ναι. Όμως κι αν αμφέβαλα πάλι θα σε βοηθούσα.
Πάντοτε τον αδύνατο βοηθώ σαν αμφιβάλλω.

ΜΩΗΑ

Αυτή 'μικρή συνήθεια σου δείχνει μυαλό μεγάλο.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Μικρό-μεγάλο αδιάφορο. Η απόφαση που πήρα
να 'ναι η τελευταία μου έχει γραφτό μου η μοίρα.

ΑΩΈΑ
Οι πεθαμένοι μοναχά δεν παίρνουν αποφάσεις.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Τη σκέψη μου κατάφερες γρήγορα να διαβάσεις.

ΜΩΗΑ
Δύο θανάτους σήμερα να δω είναι γραμμένο;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Πες πως τους είδες. Μέτρα με κι εμένα πεθαμένο.

ΜΩΗΑ
Ζωή εμένα μού 'δωσες, θάνατο εσύ θα λάβεις;
Πες μου τουλάχιστο γιατί.


ΕΛΒΥΤΕΡ
Δε θα με καταλάβεις.

ΜΩΗΑ
Από το δρόμο του χαμού εσύ μ' έφερες πίσω.
Πες μου τι σου 'τρεξε. Μπορεί κι εγώ να σε βοηθήσω.
Τι σ' έχει την απόφαση κάνει αυτή να πάρεις;
Άραγε μέσα στη ζωή όλα εσύ τα εχάρεις;
Δε μένει άλλο τίποτα να δεις-να κάνεις-πες μου-
άλλοτε τέτοιο κάτι τι δε μου 'τυχε ποτές μου

ΕΛΒΥΤΕΡ
Να με βοηθήσεις ναι, μπορείς, βοηθώντας να πεθάνω
μα μη γυρεύεις να σου πω γιατί αυτό το κάνω.
Είσαι μικρός. Και να στο πω, πάλι δε θα με νιώσεις
κι έτσι μια πίκρα στη ζωή ακόμα θα μου δώσεις.

ΜΩΗΑ
Είμαι από σε μικρότερος, αλλ' άκου τη ζωή μου'
Σαν νύχτα ολοσκότεινη πέρασε το πρωί μου.
Κάποιοι στη γη με σπείρανε που ποιοι είναι δεν τους ξέρω.
Κι ούτε με ξέρουνε-αλλά γι αυτό δεν υποφέρω.
Τα πρώτα χρόνια τα 'ζησα σε ορφανοτροφείο
μα όταν έγινα οχτώ το 'σκασα-είπα αντίο
σε μια ζωή που εύκολη πες πως ήτανε για μένα
μα που ένιωθα πως πήγαινε κει μέσα στα χαμένα.
Την πρώτη που 'πιασα δουλειά θυμάμαι: σ' ένα σπίτι
από αυτά που δέχονται τις νύχτες κάθε αλήτη.
Μπορείς αν θέλεις να το πεις μοτέλ ή πανδοχείο.
Σ' αυτή χωμένος τη δουλειά έμεινα χρόνια δύο.
Αξέχαστη μια γνώρισα εκεί της ζήσης όψη.
Άστραφτε μαχαιριών εκεί συχνά πυκνά η κόψη.
Παρανομίες, μαλώματα και βρώμικα μεθύσια
στην παιδική μου την ψυχή μπήκανε μέσα κι ίσια.
Για λίγα χρόνια εβρέθηκα μετά σε μια ταβέρνα.
Μέσα στα κρασοπιόματα, στα φέρε και στα κέρνα
έμεινα ως τα δεκάξι μου. Με πιάσανε να κλέβω
και σ' ένα πλοίο βρέθηκα μέσα να ταξιδεύω.
Εκεί έμαθα τις πιότερες απ' όλες μου ιστορίες
και να μην έχω έμαθα για τίποτε απορίες.
Πολλά μου έμαθε η ζωή' αλλά της έχω μάθει
κι εγώ άλλα τόσα. Στα θολά και τ' άγριά της βάθη
πολλές φορές εβρέθηκα' κι αυτή 'ταν η αιτία
για την που κάποτε άρχισα με μπάτσους ιστορία.
Μα πάντοτε τους ξέφευγα. Δώδεκα είχα μείνει
χρόνια στη θάλασσα-μετά, έφυγα κι από κείνη
κι είναι καιρός που 'χω βρεθεί τώρα εδώ τριγύρω
χωρίς ακόμα να 'χω βρει κονάκι για να γείρω.
Ένα χαμένο πες κορμί που διόλου δεν αξίζει
για τίποτα-που άσκοπα στον κόσμο τριγυρίζει.

(συλλογισμένος, σαν να μιλάει στον εαυτό του)

Μπορεί ναν' έτσι. Όμως καθώς πολλές φορές συμβαίνει,
και των ανθρώπων τη ζωή κάτι την ομορφαίνει,
και τη δική μου τη ζωή την έχει ομορφήνει
ένα ταλέντο που αξία και νόημα της δίνει-
ταλέντο που καλλίτερα ποτέ να μη δινόνταν-
ποτέ στον κόσμο αυτόν εδώ πάνω να μη φαινόνταν.
Να! Φτιάχνω με τα χέρια μου ωραία έργα τέχνης:
πύργο έναν μεγαλόπρεπο, μιαν εκκλησούλα αίφνης…
από το τίποτα' μπορώ με λίγη λάσπη μόνο
κάστρο να φτιάξω έμορφο κι αχάλαστο απ' το χρόνο.
Με ξύλα που ’ναι άχρηστα, στην άκρη πεταμένα
φτιάχνω πανέμορφο σκαρί με τα πανιά ανοιγμένα.
Όμως-και πρόσεξε, όλη εδώ βρίσκεται η δυστυχία-
τα δυο-κι η ικανότητα κι η δεξιοτεχνία-
μ' αφήνουν όταν βρίσκεται το έργο μου στη μέση.
Ας έχω ακμαία μέσα μου τη θέληση, τη ζέση
ν' αποτελειώσω ό,τι άρχισα. Τα χέρια μου αρνούνται
να υπακούσουν στο μυαλό και σ' άλλο έργο ωθούνται.
Κι ο πύργος μένει ο μισός, μισό και το καράβι.
Τ' άλλα μισά το αγέννητο στα βάθη του τα θάβει.
Έτσι όλα μου ατέλειωτα μένουν' κι όσοι θαυμάζουν
μετά, το έργο βλέποντας μισό, οι ίδιοι σαρκάζουν.
Ατέλειωτα τα σπίτια μου, οι επαύλεις μου, οι τόποι-
μισά τα έργα όλα μου: ζώα, φυτά κι ανθρώποι...
Να 'ξερες λύπη την καρδιά που μου τρυπά να βλέπω
άχρηστο αυτό που μ' άσβυστη φροντίδα ακόμη σκέπω…
Και είναι τόση μου η χαρά κι η απόλαψη που νιώθω
με τον δικό μου τ' άψυχα να εμψυχώνω πόθο-
τόση η ηδονή που ξεχειλάει μες στης ψυχής τα βάθη
όταν από το τίποτα κάτι το χέρι πλάθει
που, μεθυσμένος λες εγώ από νέκταρ περπατάω
ή σαν να μου εφύτρωσαν φτερά και λες πετάω.
Μα όταν τα έργα μου θωρώ τα μισοτελειωμένα
για το μισό το άλλο του να λιώνει το καθένα,
τέχνη και τάλαντο μισώ και πια φτερά δεν έχω
και μακριά 'π' τα έργα μου με πόδια τώρα τρέχω.
Αυτό 'ναι το ταλέντο μου, αυτή 'ναι η χαρά μου,
αυτή 'ν' η πιο μεγάλη μου κι η πιο πικρή σκλαβιά μου.
 (στον Μωηά)
Με λίγα μόνο άκουσες ποιος είμαι. Κι ηλικία
μικρότερη από σένανε αν έχω, τα σχολεία
που μέσα τους εθήτεψα, μ' έχουνε μάθει όσα
φτάνουν να νιώσω ό,τι μου πεις κι ακόμα κι άλλα τόσα.
Φορές θαρρώ πως έζησα πριν η ζωή αρχίσει
κι ότι θα ζω ακόμα κι αν κάθε ζωή θα σβήσει.
Αν θες λοιπόν τη μαύρηνε άνοιξε την καρδιά σου
και σαν σε σε να τα 'λεγες πες μου τα βάσανά σου.

ΕΛΒΥΤΕΡ

(αποφασιστικά, πεισμένος από τα λόγια του Μωηά)

Με μια κοπέλα είμαι βαθιά πολύ ερωτευμένος
και κείνη ούτε να με δει-γι αυτήν είμαι σαν ξένος.
Νέα και πλούσια κι όμορφη-φτωχός, άσχημος, γέρος,
τέτοιο πώς ένα πάντρεμα να στέρξει και ο Έρως…
Ποτέ ζητώντας στη ζωή χέρι δεν έχω απλώσει.
Ετούτο της εζήτησα μονάχα να μου δώσει.
Μου το αρνείται. Τι μπορώ άλλο να κάνω πάρα
να σβήσω με το θάνατο ετούτη τη λαχτάρα;

ΜΩΗΑ
Και ειν' αδύνατο κανείς να σου αλλάξει γνώμη;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Πόσα θα πρέπει να σου πω για να ‘νοιωθες ακόμη
ότι δεν ειν’ η γνώμη μου αυτή παρά η κλήρα
που απ' τα ψηλά τα στέκια της μου όρισεν η μοίρα;
Μη σου ’χουν πάρει τα μυαλά και σένα οι μωρίες
για βούληση ελεύθερη και τέτοιες φλυαρίες;
Φίλε μου, είναι από τα πριν όλα καθορισμένα-
πριν γεννηθεί ο άνθρωπος όλα του γεννημένα.
Κι αν με του νου το φάντασμα λιγάκι ξεγελιέται
ο άνθρωπος δε γίνεται φίλε μου, μα γεννιέται.
Καθένας με το πάθος του στη γη επάνω φτάνει
και τη ζωή του ολάκερη μαζί με κείνο φκιάνει.
Με κείνο κλαίει και γελά, παίζει και κοροϊδεύει,
εκείνο ,ξέροντάς το ή μη, πάντοτε τον παιδεύει.
Για κείνο εγεννήθηκε. Για κείνο και πεθαίνει.
Αυτό για να υπηρετεί πάνω στη γη ανεβαίνει.
Σαν το στρατό του ο στρατηγός, κι οι άνθρωποι τα πάθη
έτσι μαζί τους κουβαλούν. Κι ο πόλεμος που 'χάθη
μαζί τους δυο σε βάραθρο βαθύ τους σφεντονίζει.
Τώρα ο πόλεμος αυτός και μέναν αφανίζει
αφού το πάθος μου η καρδιά που έκρυβε βαθιά της
Αυτή το ποδοπάτησε με τ' άσπρα πέλματά Της.
Λοιπόν τί γνώμη ν' άλλαζα που ότι λέω και κάνω
χτισμένο στο μικρούλι Της κορμί το 'χω επάνω…
Αλλάζει γνώμη η θύελλα; Αλλάζει η καταιγίδα;
Αλλάζει ο λύκος κι αν πιαστεί σ' ατσάλινη παγίδα;

ΜΩΗΑ
Σ' ένιωσα. 'Ομως άκουσε-δεν ειν' αυτό το τέλος.
Το τελευταίο στη μάχη σου δεν το 'ριξες το βέλος.
Ακόμη δεν εκόπηκε του βίου σου το νήμα.
Όλα για πάντα χάνονται όταν θα μπεις στο μνήμα.
Μα είσ' ακόμα ζωντανός. Κι εγώ είμαι κοντά σου.
Και ζωντανά εγώ μπορώ να κάνω τα όνειρά σου.
Τη χάρη που μου έκανες για να σου ξεπληρώσω
την κόρη που ερωτεύτηκες εγώ θα σου τη δώσω.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Άνθρωπε, που δεν ξέρω ποιο, ακόμα τ' όνομά σου,
συνέφερε. Τι έπαθες; Έλα στα συγκαλά σου.

ΜΩΗΑ
Είμαι καλά. Πολύ καλά. Και τι σου λέω ξέρω.
Να σε βοηθήσω εγώ μπορώ.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Εμένα; Ένα γέρο;

ΜΩΗΑ
Ναι. Ειμ' εδώ για σένανε. Kαι σου το λέω πάλι
θα σε λυτρώσω απ' αυτήν που σε κρατεί τη ζάλη.
Ζωή μου έδωσες. Κανείς δε σκέφτονταν για μένα
σαν ό,τι ως τώρα έκανα να πήγε στα χαμένα.
Οι άνθρωποι με κυνηγούν-το 'δες-να μ' αφανίσουν.
Θέλουν από τον κόσμο τους αυτόν να μ' εξορίσουν.
Μ' έσωσες απ' τα νύχια τους χωρίς καν να διστάσεις
χωρίς ποιος είμαι κι από πού πρώτα να εξετάσεις.
Μέσα σ' αυτό σου το υγρό κι άφωτο καταφύγιο
μ' έκρυψες-με προστάτεψες-και βλέπω ακόμα ήλιο.
Α! δε θ' αφήσω απλήρωτη μια τέτoια ευεργεσία.
Με όση δύναμη κρατώ και μ' όποια κι αν θυσία
ό,τι πολύ επόθησες δικό σου θα το έχεις
και πια με λύπης δάκρυα το μάτι δε θα βρέχεις
αλλά με δάκρυα χαράς όταν θα δεις ν' αφήνει
μέσα στα χέρια σου τα δυο τα χέρια της εκείνη.
(επιτιμητικά)
Αγάπησες για πρώτηνε και τελευταία φορά σου
κι αφήνεις την αγάπη σου να στέκει μακριά σου;
Κακόμοιρε! Της το 'χεις πει;


ΕΛΒΥΤΕΡ
Πώς θα μπορούσα; Όχι.

ΜΩΗΑ
Ξέρω. Φοβάσαι μια άρνηση πως θα σου καταστρέψει
όσα τον κόπο μιας ζωής η ελπίδα έχει στέψει.
Φόβος! Φοβάσαι μη χαθεί ό,τι καλό έχεις φκιάσει.
Φοβάσαι μή το αιώνιο το σκότος τα σκεπάσει.
Φοβάσαι. Φόβος σε κρατεί μη την ευδαιμονία
μιας άρνησής της η τυφλή θα χάλαγε μανία.

ΕΛΒΥΤΕΡ

Ναι. Τ' όχι Της το βέβαιο στην τέτοια πρότασή μου
καλά το είπες, θα 'τανε για με η καταστροφή μου.
Και αν ακόμα στέκω ορθός είναι γιατί στο βάθος
του νου μου υπάρχει ελπίδα μια πως ίσως κάνω λάθος
και ότι ναι θα μου 'λεγε σε ό,τι Της ζητούσα.

(στρέφεται στον Μωηά. Ταραγμένος)

Πουθ' ήρθες; Και ποιος σ' έστειλε; Μου έφτανε και ζούσα
η σκέψη αυτή. Ποιος εισ' εσύ που ήρθες να μου δώσεις
το θάνατο-πριν σκοτωθώ εσύ να με σκοτώσεις;
Άσε με. Ακόμα είναι καιρός. Φύγε προτού μπορέσουν
με αλυσίδες άσπαστες όσα είπες να με δέσουν.
Φύγε προτού των ύστατων στιγμών μου το μαρτύριο
προίκα των λόγων σου αυτών να πάρει το μαστίγιο.
Φύγε. Ο λόγος δύναμη έχει πολύ μεγάλη
και να ξεράνει το δεντρί μπορεί που ακόμα θάλλει.
Φύγε πριν άλλο ένα χαμό με λόγια μου υφάνεις
Φύγε προτού τον θάνατο σαν τη ζωή τον κάνεις.
Ήτανε όλα όμορφα κι εσύ μου τ' ασχημαίνεις
Τι στέκεσαι και με θωρείς κι εδώ ακόμα μένεις;

(Ο Μωηά αακούει χωρίς ν' αντιδρά. Ο Ελβυτέρ συνεχίζει με χαμηλή τώρα φωνή)

Αλλ' αν δε μ' αγαπήσει Αυτή διπλά είμαι χαμένος.
Και μπρος και πίσω κόλαση. Έτσι κι αλλιώς χαμένος...

ΜΩΗΑ
Γι αυτό ειμ' εδώ. Εκλείστηκες μες σ' ένα δωματιάκι
και, γέρος άνθρωπος εσύ, σκέφτεσαι σαν παιδάκι.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Και σαν παιδί θα σκέφτομαι όσω' χρονών και να 'μαι.
Παιδιά ειν' όσοι άνθρωποι άνθρωποι θέλουν να 'ναι.

(απελπισμένα)

Παιδί σε όλα μου εκτός μονάχα από το χρόνο.

ΜΩΗΑ
Και τ' ειν' ο χρόνος; Πώς μετρά; Πες μου ετούτο μόνο.
Μετράει, ναι, στην αγορά, στον τρύγο, στο λιοστάσι.
Μα στης αγάπης πώς μετρά ο χρόνος το γιορτάσι;
Άσχημο, νέο, γέρικο, δροσάτο ή ροζιασμένο
σ' έρωτα μένει το κορμί πάντα παραδομένο.
Μα 'ναι μικρός ο κόσμος μας και μέσα του η αγάπη
από μικρά σκεπάζεται και τιποτένια πάθη.
Όποιος αυτό θε να το δει, όποιος αυτό το νιώσει
κάθε στιγμή της ζήσης του σε κείνην θ' αφιερώσει.
Ο Έρως φίλε δεν ξοφλά ούτε σε χίλια χρόνια.
Το πιο δροσάτο άνθος του είναι που μένει αιώνια.
Όταν η φλόγα στην ψυχή μία φορά θ' ανάψει
όλης της γης τα γηρατειά μπορεί αυτή να κάψει.
Και μεσ' από τη στάχτη της ξαναγεννάει νιάτα-
όμορφα νιάτα, ροδαλά, στίλβοντα και φλογάτα.
Και στην ακράτηγην ορμή που αυτά εντός τους κλειούνε
όλων των νιάτων οι ορμές πλαντούν και ξεχειλούνε.
Γέροι και νέοι φρύγανα στου πόθου το καμίνι
που η φλόγα του μιας κι άναψε ποτέ της πια δε σβήνει.
Και ο Έρωτας ίδια και νιους και γέρους τους μετράει.
Το λέω εγώ' και μα τον ήλιο αυτόν που μας φωτάει
όπως το λέω ειν' εγώ. Και θα το εννοήσεις
στην αγκαλιά σου τη μικρή εκείνη όταν κλείσεις.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Πώς το μπορείς; Ο  Έρωτας μονάχα μ' ένα βέλος
στα βάσανά μου θα 'δινε αν ήθελε ένα τέλος
που στην καρδιά της Εριλή θα 'στελνε φλογισμένο
και μ' όλα της αγάπης μου τα δώρα στολισμένο.
Μόνο αν καίγονταν κι Αυτή σ' ίδια φωτιά με μένα-
μόνο αν Την έκοφταν κι Αυτήν μαχαίρια πυρωμένα
τότε θα μπόρειε να 'νιωθε και τον δικό μου πόνο
και τότε θα εμάθαινε πόσο για κείνην λιώνω.
Και συ, ένας αδύναμος, ένας κυνηγημένος,
πώς το μπορείς-της μοίρας συ πώς θ' άλλαζες το μένος;

ΜΩΗΑ
Φίλε μου, ψόφιο ένα σκυλί κανένας δεν κλωτσάει.
Αδύναμον κανένανε κανείς δεν κυνηγάει.
Όταν για να με ψάχνουνε τους κόπους δεν λυπούνται
θα πει μ' υπολογίζουνε-θα πει πως με φοβούνται.
Και τώρα δα μου έβαλες μια σκέψη στο μυαλό μου
που και σε σένανε καλό θα κάνει, και δικό μου.
Πρωτύτερα εμίλησες για φλόγες και για βέλη
κι είπες ο Έρωτας μπορεί, αρκεί και να το θέλει.
Λοιπόν και θέλει και μπορεί. Φλόγες λοιπόν θ' ανάψει
κι ό,τι εμπόδιο στέκεται στα σχέδια του, θα κάψει.
Και με μαχαίρι ένα αντίς για βέλος θα χτυπήσει,
που ανεξίτηλα κι αυτό σημάδια θε' ν' αφήσει.
Λοιπόν μαχαίρι και φωτιά! Βέλος κι ερωτοκάμα!
Αυτά είναι τα όπλα μου κι εμέ-φωτιά και λάμα.
Κι εδώ δε μου χρειάζεται να χτίσω κάτι νέο
που ατέλειωτο θα έμενε όσο κι αν ειν' ωραίο.

(πιάνει τον Ελβυτέρ από τους ώμους)

Γιατί εδώ να! το μισό! Εκείνο που θα φτιάξω
πάνω σε τούτο το μισό που 'χω θα το ταιριάξω.
Και να! Η ώρα έφτασε και πια δεν περιμένω.
Ποθώ ένα έργο μου κι εγώ να το 'δω τελειωμένο.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Μα έλα φίλε, τι μπορείς εσύ να μου προσφέρεις;
Λες τέτοια πράγματα χωρίς ακόμα να την ξέρεις,

ΜΩΗΑ
Το μάθημα ειν' εύκολο αν συ μου το διαβάσεις.
Ποιο τ' όνομά της;

ΕΛΒΥΤΕΡ


Εριλή. Πού θες μ΄ αυτό να φτάσεις;

ΜΩΗΑ
Θέλω να μάθεις πως μπορώ σου 'πα να σε βοηθήσω.
Εμπόδιο τι σου στέκεται κι όλα τα πάει πίσω;
Η ομορφιά, τα πλούτη της, τα νιάτα της…

(στον εαυτό του περισσότερο)

…μα όμως
τα δύο πρώτα αν λείψουνε, μετά ανοιχτός ο δρόμος…

ΕΛΒΥΤΕΡ
Τι μουρμουρίζεις; Τι μου λες; Τι συ μπορείς να κάνεις;

ΜΩΗΑ
Αυτή σε σένανε ναρθεί κι εσύ να μην πεθάνεις.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Παραλογίζεσαι. Και πώς;

ΜΩΗΑ
Πλούσια τη λες. Τι έχει;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Χρυσάφι του πατέρα της το εργοστάσιο τρέχει.

ΜΩΗΑ
Τι εργοστάσιο;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Πλαστικά.

ΜΩΗΑ
Τη νύχτα το φυλάνε;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Τα λογικά σου φίλε μου κράτα τα-πού πετάνε;

ΜΩΗΑ
Αν το εργοστάσιο θα καεί τι άλλο απομένει;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Τίποτα. Όλη η τύχη τους με κείνο είναι δεμένη.

ΜΩΗΑ
Το εργοστάσιο θα καεί!

ΕΛΒΥΤΕΡ
Μα τι-μιλάς αλήθεια;

ΜΩΗΑ
Φαίνομαι ν' αστειεύομαι; Πως λέω παραμύθια;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Έτσι ο νους σου το κακό πάντοτε συλλογιέται;

ΜΩΗΑ
Κακό; Κακό; Είπες κακό; Τι θες να πεις με δαύτο;
Τ' είναι καλό; Τ΄ είναι κακό; Πες μου και με να μάθω.
Είναι καλό συ να χαθείς; Καλό είναι να πεθάνεις;
Είναι καλό να σ' εμποδάει ο πόθος ν' ανασάνεις;
Είναι καλό να καίγεσαι στη φλόγα του κορμιού της
κι είναι κακό ν' αφανιστεί το χτήμα του γονιού της;
Τ' είναι καλό; Τ' είναι κακό; Πες μου κι εμένα. Μίλα!
ΕΛΒΥΤΕΡ
Στη δυστυχία όλους τους η πράξη αυτή θα εκύλα.

ΜΩΗΑ
Και τη δική σου δυστυχιά δε τηνε συλλογάσαι;
Εκείνην που σε πέταξε μέσα σ΄αυτή λυπάσαι;
Αυτή 'ν' η πάλη. Πάλεψε για ό,τι θες δικό σου.
Αυτή 'ν' η πάλη. Πάλεψε να σώσεις τον εαυτό σου...
Από τον πόνο ήρθε κανείς εσέ να σε λυτρώσει;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Κανείς δεν ξέρει πως πονώ.

ΜΩΗΑ
Γιατί όλοι έχουν δώσει
την προσοχή του ο καθείς στον εδικό του πόνο.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Τότε ολ' οι άνθρωποι μου φταιν κι όχι Εκείνη μόνο;


ΜΩΗΑ
Αν μα μεγάλη έβρισκα λάμα, της ανθρωπότης
πέρα για πέρα θα 'κοβα τον άπονο λαιμό της.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Μα τίποτε η Εριλή δεν ξέρει-έτσι δε φταίει.

ΜΩΗΑ
Ποτέ αγάπη αντρική γυναίκας δεν ξεφεύγει.
Το ξέρει, να 'σαι βέβαιος. Κι αυτή 'ναι η ηδονή της-
τα βάσανα που σε κερνά ειν' η απόλαψή της.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Αν δυστυχής θα 'ναι αυτή, κι εγώ δυστυχισμένος.

ΜΩΗΑ
Λάθος. Στη δυστυχία της συ θασ' ευτυχισμένος.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Μωρός δεν είσαι, αλλά λες πράγματα που δε στέκουν.

ΜΩΗΑ
Εσύ δε θέλεις να τα δεις. Αυτά ωραία μπλέκουν.
Συ τώρα είσαι δυστυχής γιατί ευτυχεί εκείνη.
Γιατί δε θες αντίθετα η πλάστιγγα να κλίνει;
Η δυστυχία του ενός η ευτυχία του άλλου.
Μάθε. Σε κάθενός δεσμού, μικρού είτε μεγάλου
αυτή 'ν' η σχέση. Του ενός η πλέρια δυστυχία
είναι που κάνει του αλλουνού την όποιαν ευτυχία.
Δούλοι κι ελεύθεροι παντού. Σκλάβοι και αφεντάδες.
Τους βλέπεις κι έναν ένανε γύρω σου και σ' ομάδες.
Έθνη, λαοί, οικογένειες, άτομα, με μανία
ο ένας τ' άλλου τη σκλαβιά ζητάνε-τη δουλεία.
Και μεγαλύτερη σκλαβιά 'π' τον έρωτα ποια είναι;
Άκου το φίλε μου κι εσύ. Και να μη φύγεις. Μείνε.
Κι απόλαψε ό,τι πάντοτε ποθούσες. Άκουσέ με.
Αν είναι τέτοια η ζωή εμείς σ' αυτό τι φταίμε;
Θυμίσου: πώς την έφερνες πάντα στα όνειρά σου;
Σκλάβα σου δεν την ήθελες να στέκεται κοντά σου;
Πάντοτε δεν την ήθελες ότι ήθελες να θέλει;
Το πιο γλυκό δε βρίσκεται σ' αυτό απ' όλα μέλι;
Μα δεν μπορούσες ολ' αυτά να κάνεις. Συλλογίσου:
η δύναμη σου έλειπε: είμαι η δύναμή σου.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Η αγάπη μου για κείνηνε όλα τα συχωρνάει.
Πρέπει να σκέφτεται σωστά κανείς καθώς γερνάει.
Ο φωτεινός ο κόσμος μου που 'χω με πόνο χτίσει
χωρίς της, με το θάνατο, συντρίμμια θα γκρεμίσει.
Χωρίς της όλα χάνουνε το νόημα το βαθύ τους.
Οι νύχτες χάνουν τ' άστρα τους, οι μέρες την αυγή τους...
Ό,τι ο νους μου έπλασε για πάντα θα χανόνταν
το στόμα μου αν τ' ολόγλυκο φιλί Της δεν γευόνταν
Μ' αληθινή πρέπει χαρά τα όντα να ποτίσω
που έπλασα-με ξεγνιασιά χρωστώ να τα προικίσω.
Ύμνους ν' ακούν δοξστικούς κι όχι κατάρες πρέπει
τ' αυτιά που έδωσα ν' ακούν' το μάτι φως να βλέπει.
Καμιά θυσία αληθινά μεγάλη δε μετράει
όταν το δώρο της ζωής μες στ' όνειρο περνάει.

(στον Μωηά)

Νομίζεις αποτέλεσμα η πράξη αυτή θα φέρει;

ΜΩΗΑ
Ναι, αν και τ' άλλο σίγουρα το βάλουμε στο χέρι,

ΕΛΒΥΤΕΡ
Ποιο άλλο;


ΜΩΗΑ
Πλούσια ήτανε. Τώρα φτωχή θα μείνει.
Μ' αν ειν' και πάλι όμορφη, δική σου δε θα γίνει.
Η ομορφιά είναι δόλωμα που λάμπει και θαμπώνει
και ακριβά για χάρη της ο πλούσιος πληρώνει.
Πρέπει να γίνει κι άσχημη αν είναι για να πέσει
στην αγκαλιά σου-σ' άλλονε πρέπει να μην αρέσει.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Πώς θα το κάνεις;

ΜΩΗΑ
(βγάζει ένα μαχαίρι από τη ζώνη του)

Έχω εδώ κρυμμένο το μαχαίρι
που φονικό το κράτησε πριν λίγο μου το χέρι.
Τώρα μπορώ να σου το πω-το χέρι το δικό μου
νεκρόν εκείνον ξάπλωσε στο πλάτωμα του δρόμου,
που 'θελε το κορίτσι μου να πάρει από μένα.
Σωστά με ψάχουν για φονιά. Το 'χα μελετημένα.
Ποτέ από μένανε κανείς γυναίκα δε θα πάρει.
Στον εαυτό μου μόνο εγώ θα δώσω αυτή τη χάρη.
Νόμισε θα τον άφηνα για να μου την αρπάξει…

(με ικανοποίηση)

Τώρα δεν έχει άλληνε φωλιά για να πετάξει.
Πρέπει κανείς ν' αγωνιστεί για ό,τι του ανήκει;
αγώνας, αίμα, θάνατος-άγώνας, αίμα, νίκη.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Το πρόσωπο;

ΜΩΗΑ
Το πρόσωπο! Θ΄ αστράψ' η κρύα λάμα

και της αγάπης θα γενεί το μέγα κι άξιο θάμα.

ΕΛΒΥΤΕΡ

(κάνει δυο βήματα σκεπτικός.
Ύστερα σταθερά και με πάθος)

Μη λυπηθείς. Μ' αλάθευτο σημάδεψε σημάδι.
Κάνε τ' ωραίο Της πρόσωπο φριχτό ένα ρημάδι.
Ό,τι πιο ωραίο έπλασε στο διάβα της η φύση
απ' ομορφιά το χέρι σου γυμνό ας το αφήσει.
Κάντη φριχτή, αποκρουστική, κανείς να μη τη θέλει
Κρύψε τον ήλιο το λαμπρό με μαύρη μια νεφέλη.
Από μαγεία ερήμωστη. Γύμνωστην από κάλλη
κάθε γυναίκα, όμορφη να 'ναι κοντά της άλλη.
Έτσι διωγμένη από παντού δική μου μόνο θα 'ναι…
μπρος στη μεγάλη αγάπη μου κρίματα δε μετράνε…
Πότε θα γίνουν ολ' αυτά;

ΜΩΗΑ
Με πρώτη ευκαιρία.
Δώσε μου διεύθυνση, όνομα, του καθενός στοιχεία
κι όλα σε μένανε άφηστα.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Γρήγορα να τα κάνεις.


ΜΩΗΑ
Αφού εγώ τ' ανάλαβα, έγνοια εσύ μη βάνεις.

(τα φώτα σβήνουν ώσπου να γίνουν
οι παρακάτω αλλαγές; στην καρέκλα
κοντά στο τραπέζι είναι καθισμένο
ένα ομοίωμα του Ελβυτέρ με τα χέρια
σηκωμένα σαν σε στάση ικεσίας ή
απόγνωσης. Ο Μωηά φοράει άλλα
ρούχα. Μισοσκόταδο)

ΜΩΗΑ
Εχτές τη νύχτα έγινε. Τάχα πελάτης μπήκα
κι όταν οι άλλοι φύγανε μαζί κι εγώ δε βγήκα.
Έμεινα αφέντης μέσα κει μόνος να τριγυρίζω.
Πετρέλαιο κουβάλησα, τριγύρω το σκορπίζω
και κάθε πότισα γωνιά. Βάζω φωτιά κατόπι
και άφησα όταν έφυγα πίσω μου φωτοκόπι.
Πέρασα σήμερα πρωί. Νερά ρίχναν ακόμη.
Στάχτες γεμάτοι και καπνούς οι γύρω ήταν οι δρόμοι.
Άκουσα πως ο γέρος της το σπίτι θα πουλήσει
ώστε την οικογένεια του με κείνο να τη ζήσει.
Μα ό,τι κι αν κάνει, σίγουρο ένα είναι πως θα γίνει:
πως όλη  η οικογένεια στους δρόμους θ' απομείνει.

(σβήνουν τα φώτα και όταν ξαναγίνεται
μισοσκόταδο, στην ίδια με πριν καρέκλα
βρίσκεται το ίδιο ομοίωμα του Ελβυτέρ
με τις παλάμες στα γόνατα και το
κορμί σκυμμένο όπως σε απελπισία. Ο Μωηά
φοράει τα ίδια με πριν ρούχα, τώρα ματωμένα)

ΜΩΗΑ
Για μένα χτες η μέρα μου ήταν η πιο καλή μου.
Άδικα ό,τι έμαθα δεν πήγε στη ζωή μου.
Με μαεστρία, ταχύτητα κι άτρεμο ένα χέρι
την ομορφιά εχάλασα με τούτο το μαχαίρι
και στο χρυσό το θρόνο της με όλη της τη γύμνια
φριχτή και αποτρόπαια έβαλα την ασχήμια.
Ήτανε νύχτα. Μόνη της στο σπίτι εγυρνούσε.
Μον' η σελήνη και αυτή αχνά τηνε φωτούσε.
Μπροστά της επετάχτηκα, της έκοψα το δρόμο…
δεν πρόλαβε καλά καλά ούτε να νιώσει τρόμο.
Προτού να δει πώς, έξαφνα, εβρέθηκα κοντά της
κι η ακονισμένη λάμα μου έκανε τη δουλειά της.
Σαν αστραπές σε γαλανά ουράνια μέσα πλάτη
οι μαχαιριές μου εσκίσανε τη σάρκα τη δροσάτη.
Τα χέρια μου το ράντισαν οι στάλες απ' το αίμα
που από κάθε π' άνοιξα ξεπήδησε το ρέμα.
Όλα εγίναν γρήγορα που αυτή ένιωσε πόνο
όταν να τρέχω άρχισα εγώ μακριά της μόνο.
Κάθε καρδιά οι τρομερές σκουξιές της θα ξεσκίζαν.
Αλλά σε με που ήξερα, μόνο χαρά χαρίζαν.
Τώρα φτωχή και άσχημη εκείνον περιμένει
που ξέρει κάθε ασχημιά και φτώχεια να ομορφαίνει.

(τα φώτα σβήνουν και όταν ξανανάβουν
δείχνουν το δωμάτιο της Εριλή που
φωτίζεται λίγο από τα φώτα του δρόμου
μόνο. Εικόνα εγκατάλειψης. Η Εριλή μόνη,
μ' ένα βέλο να κρύβει το πρόσωπό της,
κάθεται στην καρέκλα σκυφτή, με τα
χέρια της ανάμεσα στα γόνατά της. Χτύποι
στην πόρτα. Η Εριλή σηκώνεται, ταχτοποιεί
καλλίτερα το βέλο της και μισοκρύβεται
πίσω από το άνοιγμα της πόρτας που
οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι)

ΕΡΙΛΗ
Εμπρός.

(η πόρτα ανοίγει και εμφανίζετι ο Ελβυτέρ στο άνοιγμά της)
Εσύ;
(αποτραβιέται κι άλλο και ασυναίσθητα σκεπάζει το πρόσωπο με τα χέρια της. Καταλαβαίνει όμως ότι αυτό δεν είναι απαραίτητο και κατεβάζει τα χέρια)

ΕΛΒΥΤΕΡ
Εγώ.

(μικρή σιωπή)

Να μπώ;


ΕΡΙΛΗ
Μπες. Και την πόρτα κλείσε.

ΕΛΒΥΤΕΡ

(μπαίνει, κλείνει την πόρτα και στέκει ακόμα εκεί)

Γιατί έτσι μες στα σκοτεινά, κρυμμένη σαν να είσαι;

ΕΡΙΛΗ
Δεν ξέρεις τι έτρεξε;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Όλα, ναι.

ΕΡΙΛΗ
Λοιπόν μου πρέπουν φώτα;
Νομίζεις ύστερ' απ' αυτό πως είμαι όπως πρώτα;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Για μένα όπως ήσουνα είσαι και τώρα.

ΕΡΙΛΗ Θε μου!
Αυτό δεν επερίμενα να τ' άκουγα ποτέ μου!

ΕΛΒΥΤΕΡ
Να περιμένεις να τ' ακούς πολλές φορές ακόμα.
Γι αυτό μου δόθηκε η φωνή-γι αυτό κρατώ το στόμα.

ΕΡΙΛΗ
Το ξέρω πως σου άρεσα. Το 'βλεπα στη ματιά σου.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Και τώρα αν δε μου άρεσες θα 'ρχόμουνα κοντά σου;

ΕΡΙΛΗ
Τώρα ο οίκτος σ' έφερε κοντά μου. Θες λιγάκι
συμπόνια στ' άσχημο, φτωχό να δείξεις κοριτσάκι
που όλους από δίπλα του η ασχήμια του τους διώχνει.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Δεν ειν' ασχήμια ή ομορφιά ό,τι σε σε με σπρώχνει.

ΕΡΙΛΗ
Τι τότε; Μη τα πλούτη μου; Η μοίρα η κακή μου;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Όποια κι αν είναι η μοίρα σου μοίρα είναι και δική μου.

ΕΡΙΛΗ
Ούτε ο χειρότερος της γης ταίρι του δε με θέλει.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Τη γλύκα του δε χάνει αν μπει σ΄ όποιο δοχείο το μέλι.

ΕΡΙΛΗ
Πριν να χαθώ εχάθηκα. Πριν σβήσω έχω σβήσει.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Τ' άστρο που κλείνεις μέσα σου δε θα γνωρίσει δύση.

ΕΡΙΛΗ
Μιας άβυσσος τ΄ απέλπιδο το σκότος με κυκλώνει.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Ελπιδοφόρο φως προς σε το χέρι μου απλώνει.

ΕΡΙΛΗ
Τάχα σπρωγμένο από τι; Χάνομαι… σβήνω… πάω…

ΕΛΒΥΤΕΡ
Δε χάνεσαι… Δε σβήνεσαι... Δεν πήγες… Σ' αγαπάω.

(με αργά βήματα πηγαίνει κοντά της ,την παίρνει από το χέρι και την οδηγεί στον καναπέ. Εκείνη κάθεται. Κάθεται κι εκείνος δίπλα της)

ΕΡΙΛΗ
Λες μ' αγαπάς. Θα ήθελα πολύ να το πιστέψω.
Τον εαυτό μου αν το 'κανα όμως θα κοροϊδέψω.
Πες μου λοιπόν τι εννοείς μ' αυτή τη λέξη που είπες-
τ' ειν' η αγάπη; Ποιες χαρές τη φτιάχνουνε-ποιες λύπες;

ΕΛΒΥΤΕΡ
Δεν ξέρω. Μη μου το ρωτάς.

ΕΡΙΛΗ
Α! Τις κρυφές να κρούσω
χορδές ποιας λύρας έπρεπε αυτό για να τ' ακούσω;

(σηκώνεται και κάθεται στο πάτωμα αγκαλιάζοντας τα πόδια του Ελβυτέρ και ακουμπώντας το κεφάλι στα γόνατά του)

Α! Η αγάπη! Ποιος μπορεί τ' είναι να πει-ποιος ξέρει..
κι ας λιώνει, και ας πνίγεται απ' το βαρύ της χέρι…
και θάρρος πόσο χρειάζεται σε κάποιον να τολμήσει
κάτι που σκέπουν του άγνωστου τα σκότη: ν' αγαπήσει…
Ζωή! Ζωή! Σ' ευχαριστώ!

ΕΛΒΥΤΕΡ
Γιατί άλλαξες θέση;

ΕΡΙΛΗ
Δεν ξέρω… είναι πι όμορφα-καλλίτερα μ' αρέσει…
Θα 'θελα εδώ να έμενα ώσπου να ξεψυχήσω.

ΕΛΒΥΤΕΡ
Βγάλε το βέλο...

(στρέφει το πρόσωπό της προς αυτόν αυτόν και βγάζει το βέλο)

..άναψ' το φως… θέλω να σε φιλήσω.

(η Εριλή ανάβει το φως δείχνοντας
έτσι ένα παραμορφωμένο πρόσωπο. Πηγαίνει
στον Ελβυτέρ και φιλιούνται)


ΑΥΛΑΙΑ

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014



Ο ΒΙΑΣΜΟΣ


Τόπος: περίχωρα της Αθήνας και μετά ο
Παράδεισος
Χρόνος: Χριστούγεννα 2004 και μετά τρία
εκατομμύρια χρόνια πριν.
Πρόσωπα:
ΑΓΓΕΛΟΣ,
ΑΓΑΘΗ,
ΘΕΙΟΣ TOY ΑΓΓΕΛΟΥ,
ΦΙΔΙ,
ΘΕΟΣ (η φωνή του)
Δωμάτιο αγροτικού σπιτιού με μεγάλο κήπο γύρω, στην ερημιά. Όταν ανοίγει η αυλαία, ο Άγγελος τελειώνει το δέσιμο του δεξιού χεριού της Αγάθης, που το αριστερό της είναι κιόλας δεμένο στα πάνω κάγκελα του κρεβατιού, ενώ τα πόδια της στα κάτω. Η Αγάθη φωνάζει, βρίζει και φτύνει τον Αγγελο, ενώ με αδύναμη μανία και σα λυσσασμένη προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(ήρεμα)
Μη με φτύνεις. Σε λίγο θα μου δώσεις όσο σάλιο θέλεις κι όχι στο πρόσωπο αλλά κατευθείαν μέσα στο στόμα μου.
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα! Αλήτη! Βρωμιάρη! Θα σε...(αγωνίζεται να
σηκωθεί)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι..."θα με"...τι «θα με»;
ΑΓΑΘΗ Αλήτη!,,.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν μπορεί κανείς να κάνει κάτι τον άλλο εγώ είμαι
αυτός. Και ξέρεις τι "θα σε" εγώ!
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!
(Με όλη της τη δύναμη)
Βοήθειαααα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Λίγο πιο δυνατά...
ΑΓΑΘΗ Βοήθειααα...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Στάσου.
(ανοίγει την πόρτα)
Για ν' ακούγεσαι καλλίτερα. Έλα, πάμε μαζί. Με το
ένα, με το δύο, με το τρία- Βο.,.γιατί δε φωνάζεις;
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έλα, σύνελθε. Σε χιλιόμετρα μακριά δεν υπάρχει ψυχή. Στο ξανάπα. Δε θέλεις να το πιστέψεις. Επιτέλους πείστηκες;
ΑΓΑΘΗ
Βρωμερέ παλιάνθρωπε! Τέρας! (τον φτύνει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(σκουπίζεται με ένα χαρτομάντηλο. Την πλησιάζει δείχνοντάς της το πρόσωπό του)
Έχω αλλού;
(Η Αγάθη τον ξαναφτύνει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(γελάει)
Κράτα και λίγο σάλιο μέσα σου. Θα αφυδατωθείς.
ΑΓΑΘΗ
(με σιγανή και όλο μίσος φωνή, παραδομένα)
Κάθαρμα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έτσι μπράβο. Μη χάνεις άσκοπα δυνάμεις. Με έβρισες, με είπες κάθαρμα, αλήτη, παλιάνθρωπο, τι άλλο να μου πεις-δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο. Κι αν βρεις κάτι πες το σιγά να μην κουράζεσαι. Είσαι και ταλαιπωρημένη από τη νάρκωση...
ΑΓΑΘΗ
(σιγά)
Σαδιστή!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, είναι κι αυτό. Σωστό.
(μικρή σιωπή)
Λοιπόν σταμάτησαν οι φωνές και οι βρισιές; Σταμάτησαν φαίνεται...Έλα, θα συνεργαστείς; (την πλησιάζει)
ΑΓΑΘΗ
Εσύ είσαι άρρωστος! Είσαι πειραγμένος στο μυαλό. Να συνεργαστώ… Βρε κάθαρμα ποια γυναίκα συνεργάζεται στο βιασμό της; Εμπρός! Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις. Κι αν γλυτώσεις από τα δόντια μου να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό. Μα μετά τι θα κάνεις; Θα με αφήσεις έτσι δεμένη; Δε θα με λύσεις; Τότε είναι που δε θα ζήσεις ούτε στιγμή. Ή θα με σκοτώσεις ή θα σε σκοτώσω.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πολλά ερωτήματα μαζεμένα! Αλλά πρώτος στη
σειρά είναι ο έρωτας.
ΑΓΑΘΗ
Έρωτας! Πάψε αλήτη να βιάζεις και τις λέξεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς θέλεις να το λέω; Βιασμό; Βιασμό! Πρώτα σειρά έχει ο βιασμός λοιπόν. Και για το βιασμό πρέπει πρώτα να φροντίσω. Μπορώ να σε κάνω ακίνδυνη να με βλάψεις κλείνοντάς σου το στόμα με μια πετσέτα ή με ένα λευκοπλάστ. Μα δε θα 'ναι όμορφα έτσι. Να μην μπορείς να λες τις λέξεις που λέει μια γυναίκα πάνω στον έρωτα...
ΑΓΑΘΗ
Σαδιστής! Ναι! Σαδιστής! Σαδιστής είσαι. Θέλεις να με βασανίζεις. Και θέλεις να βασανίζεις και τη λογική μου. Βρωμιάρη! Τελείωνε κάθαρμα κι άσε τα λόγια..."λέξεις που λέει η γυναίκα πάνω στον έρωτα"...Ελεεινέ! Θεέ μου σε ποια θέση μ' έχεις φέρει-να παρακαλάω ένα κτήνος να με βιάσει...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν ήθελα να σε βιάσω όπως όπως θα το είχα κάνει όταν ακόμα ήσουνα ναρκωμένη. Ή θα το 'κανα τώρα κρατώντας ένα μαχαίρι ή ένα πιστόλι. Μα πρέπει να το θέλεις κι εσύ.
ΑΓΑΘΗ
Να θέλω το βιασμό μου ανισόρροπε άνθρωπε; Τι μου
λέει Θεέ μου... Με νάρκωσες, με κουβάλησες εδώ, μ'
έδεσες, και θέλεις από πάνω να θέλω να με βιάσεις...Τέρας! Όχι τέρας, ούτε τα τέρατα δεν κάνουν τέτοιες πράξεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Και επειδή δεν είμαι τέρας γι αυτό θέλω να θελήσεις
κι εσύ να γίνεις δική μου.
ΑΓΑΘΗ
"Να γίνεις δική μου"! Τι λες, δε μου κάνεις τώρα και ερωτική εξομολόγηση; Δέσε με και πιο σφιχτά ακόμα και έτοιμη θα είμαι πια για μιαν ερωτική εξομολόγηση. Μόνο τα λουλούδια σου λείπουνε.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δε μου λείπουνε. Έχω μέσα.
(βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο και φέρνει μιαν ωραία ανθοδέσμη που τη δείχνει στην Αγάθη)
Να 'τα!
ΑΓΑΘΗ
Ω! Θεέ μου! Πού έμπλεξα!
(Ο Αγγελος πηγαίνει πάλι μέσα τα λουλούδια και ξανάρχεται)
Και θέλεις βρωμερέ να βλέπεις μια γυναίκα έτσι πεσμένη και δεμένη με ανοιχτά τα πόδια; Λύσε μου τα πόδια να τα μαζέψω ή σκέπασέ με τουλάχιστον.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έχεις δίκιο.
(τη σκεπάζει με μια κουβέρτα)
ΑΓΑΘΗ
Ποιος είσαι βρωμιάρη; Πού με βρήκες; Πώς με διάλεξες; Γιατί εμένα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Άγγελο με λένε,
ΑΓΑΘΗ
Μμμμ! Τι όνομα! Όνομα και πράμα! Και γιατί εμένα;
ΑΓΓΈΛΟΣ
Γιατί μου αρέσεις κι επειδή ήτανε εύκολο για μένα να σε ναρκώσω καθώς γύριζες μόνη σου από τη δουλειά μέσα από το πάρκο. Εντάξει; Άλλη ερώτηση;
ΑΓΑΘΗ
Τι έχεις σκοπό να κάνεις-έτσι θα είμαστε ως πότε; Μήπως είμαι όμηρος και πρόκειται να ζητήσεις λύτρα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ώστε για τέτοιον παλιάνθρωπο με θεωρείς; Μοιάζω
για τέτοιος;
ΑΓΑΘΗ
Δηλαδή ο βιασμός δεν είναι παλιανθρωπιά; Τι θ'
ακούσω ακόμα από σένα...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα δε σε βίασα.-.Αλήθεια πώς σε λένε;
ΑΓΑΘΗ
Έχει σημασία αυτό;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μιας και συζητάμε να ξέρουμε τα ονόματά μας είναι
καλλίτερα. Ύστερα εγώ σου συστήθηκα.

ΑΓΑΘΗ
Καλά καλά, Αγάθη με λένε...
ΑΓΓΕΛΟΣ (γελάει)
Αγάθη;..
ΑΓΑΘΗ
Είναι για γέλια το όνομά μου;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με συγχωρείς… μα για σκέψου: Άγγελος και Αγάθη
μπλεγμένοι σε μια τέτοια δουλειά...
ΑΓΑΘΗ
Εσύ έκανες βρωμιές. To γέλιο ταιριάζει για το δικό
σου όνομα μόνο.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, πάλι δίκιο έχεις. Αγάθη, αν σου λύσω τα πόδια θα
νιώθεις πιο άνετα;
ΑΓΑΘΗ
Θέλει και ρώτημα;
(Ο Άγγελος πλησιάζει και της λύνει τα πόδια. Η Αγάθη μένει ήρεμη ενώ ο Άγγελος τήνε λύνει, Τραβιέται στην πάνω μεριά του κρεβατιού)
ΑΓΓΕΛΟΣ Εντάξει;
ΑΓΑΘΗ
Εντάξει θα είναι όταν θα είμαι στο σπίτι μου χωρίς σκοινιά στα χέρια και χωρίς να θυμάμαι αν γινόταν, αυτόν τον εφιάλτη. Θα 'σουνα εντάξει εσύ δεμένος πάνω σ' ένα κρεβάτι μακριά από το σπίτι σου; Πού είμαστε;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πενήντα χιλιόμετρα δυτικά από την Αθήνα, στο χτήμα ενός θείου μου που λείπει στη Γερμανία.

ΑΓΑΘΗ
Ωραία. Τώρα…ησύχασα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με ρώτησες, σου είπα.
ΑΓΑΘΗ
Σωστά, τώρα εσύ έχεις δίκιο.
(κοιτάζει από το παράθυρο)

Και όλος αυτός ο κήπος του σπιτιού-του θείου σου
είναι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Πληρώνει και του τον περιποιούνται.
(σιωπή)
ΑΓΑΘΗ
Και τώρα τι κάνουμε...κύριε Άγγελε;.. Καθόμαστε και κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο και μιλάμε όμορφα και ωραία σαν δυο φίλοι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τι καλλίτερο από αυτό, αν ήτανε πράγματι έτσι...
ΑΓΑΘΗ
(δυνατά,)
Έχω φίλους που κάθομαι και συζητάω μαζί τους! Και
όχι δεμένη. Δεν περίμενα όμως και να με αρπάξεις
εσύ, να κάθομαι εδώ δεμένη και να με κοροϊδεύεις κι
από πάνω πως θα γίνουμε φίλοι...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εγώ δεν είπα ότι θα γίνουμε φίλοι. Είπα αν. Εσύ το είπες το "θα".
(Η Αγάθη ηρεμεί. Κοιτάζει τον Άγγελο παρατηρώντας τον καλά)
Γιατί με κοιτάς;
ΑΓΑΘΗ
Μιας και καθόμαστε έτσι προσπαθώ να καταλάβω. Ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι τέτοιο; Τόσες γυναίκες γύρω μας… Δεν έχεις φιλενάδα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(κοφτά)
Όχι.
ΑΓΑΘΗ
Γιατί;.. Θέλω να πω θα μπορούσες να έχεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να μη σ' ενδιαφέρει.
ΑΓΑΘΗ
Νομίζω πολλές γυναίκες θα σε ήθελαν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(επιθετικά)
Λοιπόν και τι έγινε μ' αυτό; Θα χτυπήσω την πόρτα
του σπιτιού τους και θα τους πω: θέλετε να κάνουμε
έρωτα;
ΑΓΑΘΗ
Όχι. αλλά...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν αρκεί να είσαι ανεκτός σωματικά. To ξέρεις
πολύ καλά. Πρέπει να έχεις τον τρόπο να πλησιάζεις τις γυναίκες. Ξέρεις εσύ καλλίτερα από μένα σε ποιους δίνουν οι γυναίκες σημασία και σε ποιους όχι. Οι γυναίκες θέλουν τον δυναμικό άντρα, τον όχι
υποχωρητικό, θέλουν το μαχητή. Όχι έναν ήσυχο και ντροπαλόν άντρα όσο άντρας κι αν είναι αυτός.
ΑΓΑΘΗ
Ντροπαλός και ήσυχος εσύ που έκανες αυτό που
έκανες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αυτό είναι εύκολο. Θέλει απόφαση, δύναμη μυική και λίγες ιατρικές γνώσεις. Όλα αυτά τα ξέρω και τα μπορώ. Μα πώς θα ζητήσω από μια γυναίκα να κάνει έρωτα μαζί μου;
ΑΓΑΘΗ
Άγγελε, σοβαρά μιλάς; Στην εποχή της κατάκτησης του φεγγαριού και στην εποχή των κομπιούτερς δεν μπορείς να γνωρίσεις μια κοπέλα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(με τα μάγουλά του να κοκκινίζουν)
Μη με ρωτάς τέτοια πράγματα.
ΑΓΑΘΗ
(τον κοιτάζει χαμογελώντας)
Για να σε δω καλλίτερα... Γιατί να μη σε ρωτάω;
Τόσα έκανες συ σε μένα, εγώ ούτε μιαν ερώτηση δεν
μπορώ να σου κάνω; Λοιπόν δεν μπορείς να
γνωρίσεις μια γυναίκα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σου είπα-δεν μπορώ. Ή μήπως το φεγγάρι σου και οι κομπιούτερς θα το κάνουν για μένα; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Σταμάτα τη συζήτηση αυτή.
(δυνατά, απότομα)
Και μη με κοιτάς!
(η Αγάθη χαμηλώνει τα μάτια της. Ήρεμα)
Δε θέλουν έτσι να τους το πεις οι γυναίκες. Πρέπει να ξέρεις τον δικό τους κώδικα. Μερικοί δεν τον ξέρουν, Ανάμεσα σ’ αυτούς είμαι κι εγώ-τι περίεργο;
ΑΓΑΘΗ
(Σηκώνει τα μάτια της και τον βλέπει)
Έχεις δοκιμάσει ποτέ;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη με βλέπεις! Ναι, έχω δοκιμάσει. Ειρωνεία και
περιφρόνηση ήταν η απάντηση...
(Ξάφνω σηκώνεται και αποφασιστικά και αμίλητα πηγαίνει στο κρεβάτι, λύνει γρήγορα τα χέρια της Αγάθης, την ξεσκεπάζει, και τη βοηθάει να σηκωθεί. Βγάζει από την τσέπη του την ταυτότητά του και την τείνει στην Αγάθη. Κρατώντας σκυμμένο το κεφάλι του και γρήγορα μιλώντας)
Φύγε. Αυτή είναι η ταυτότητά μου. Διεύθυνση, όνομα, όλα. Πήγαινε στην αστυνομία. Πήγαινε. Μα φύγε! Φύγε!
(δυνατά)
Και πριν απ' όλα μη με κοιτάς έτσι!..
(βγάζει από την τσέπη του τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Της τα δίνει)
Πάρε το αυτοκίνητο και φύγε!
ΑΓΑΘΗ
(παίρνει την ταυτότητα και τα κλειδιά και στέκει ακίνητη για λίγο μην μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Τέλος:)

Μου δίνεις την ελευθερία μου. Με αφήνεις ελεύθερη και μου δίνεις και την ταυτότητά σου. Ξέρεις πως αν πάω στην αστυνομία θα έχεις σοβαρά μπλεξίματα και με αφήνεις ελεύθερη; Με την ταυτότητά σου στο χέρι μου, με τη γνώση τούτης της καλύβας, με τα σημάδια από το δέσιμο στα χέρια και στα πόδια μου το ξέρεις πως έχεις σίγουρη καταδίκη και φυλάκιση;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είμαι χαζός. Ξέρω και τι έκανα και τι σου λέω να κάνεις. Πήγαινε. Μα ίσως δε θα προλάβεις να με δεις στη φυλακή. Αν δεν ξέρω τι να κάνω με σας τις καταραμένες τις γυναίκες, μα ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Ξέρω τι κάνω. Τράβα.
ΑΓΑΘΗ
(Με ύφος που προσπαθεί να κάνει υπεροπτικό)
Όποτε θελήσω εγώ. Και αν το θελήσω. Τώρα εγώ κάνω ό,τι θέλω. Μπορεί να θέλω να σε βασανίσω εγώ όπως με βασάνισες εσύ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν το μπορείς.
ΑΓΑΘΗ
Δεν αποφασίζεις εσύ. Τώρα αποφασίζω εγώ. Και όπλο μου είναι όχι σκοινιά και μπιστόλια μα εγώ η ίδια. Η γυναικεία μου φύση.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με βασάνισες τόσην ώρα με τις ερωτήσεις σου. Με
έκανες να νιώσω πάλι ένας ανίκανος για τη γνωριμία
μου με τις γυναίκες-και φτάσαμε έτσι πάλι στο
σημείο να πρέπει να συναινέσεις κι εσύ για να
κάνουμε έρωτα. Δηλαδή να μην κάνω έρωτα ούτε με
σένα-ούτε με τη βία δηλαδή.
Τι άλλο θα μου έκανες για να με βασανίσεις;
Αποφάσισα να βιάσω μια γυναίκα και ούτε αυτό
το μπόρεσα κι ας σε είχα δεμένη χεροπόδαρα. Τι άλλο μπορείς να μου κάνεις;
(βγαίνει στο δίπλα δωμάτιο και γυρίζει με ένα πιστόλι. To δίνει της Αγάθης)
Αν θέλεις μπορείς να με εκτελέσεις τώρα, αυτή τη στιγμή. Δεν έχεις κανένα φόβο. Σου είπα, κανείς ούτε τον πυροβολισμό θ' ακούσει ούτε θα με αναζητήσει εδώ. Ξέρεις να χειρίζεσαι πιστόλι;
ΑΓΑΘΗ
Ξέρω.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εμπρός. Λύτρωσέ με.
ΑΓΑΘΗ
(κοιτάζει το πιστόλι στο χέρι της, την ταυτότητα, τα
κλειδιά. Τα πετάει όλα πάνω στο κρεβάτι)
Τι μέρα Θεέ μου! Τι ζω που ούτε να το φανταστώ ποτέ δε θα μπορούσα! Μα είναι αλήθεια ή είναι η φαντασία που μου παίζει αυτό το παιχνίδι;
(κάθεται στο κρεβάτι αφήνοντας όλη την εξουθένωσή της από ό,τι πέρασε εκείνη την ημέρα να εκδηλωθεί. Τα μάτια της κλείνουν και γέρνει λιπόθυμη)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη! Αγάθη! Λιποθύμησε!
(πετάει μια καρέκλα πάνω στο κρεβάτι και βάζει τα πόδια της επάνω. Της ξεκουμπώνει τη φούστα και τη μπλούζα και της κάνει αέρα με ένα περιοδικό. Η Αγάθη συνέρχεται)
Λιποθύμησες.
ΑΓΑΘΗ
Είμαι καλά τώρα.
(σηκώνεται σιγά, βάζει την καρέκλα στη θέση της, κουμπώνεται, ξανακάθεται αδύναμη και χλωμή στο κρεβάτι)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θέλεις να σου φέρω λίγο νερό;
ΑΓΑΘΗ
Όχι, ευχαριστώ.
(κοιτάζει το πιστόλι, την ταυτότητα, τα κομμένα σκοινιά. Γκριμάτσα απορίας. Άτονα)
Διαθέτει το κατάστημα κανένα μήλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(με έκπληξη) Μήλο;
ΑΓΑΘΗ
Ναι μήλο. Δεν ξέρω τι έχει μέσα του μα όταν έχω τα
χάλια μου ένα μήλο με συνεφέρνει. Έχεις;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω...δηλαδή…δε θέλεις έναν καφέ;..
ΑΓΑΘΗ
Προτιμώ το μήλο αν υπάρχει. Αν δεν υπάρχει φτιάξε
καφέ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(διστακτικά)
Υπάρχει αλλά…
(αποφασιστικά)
Ας πάει στο διάολο! Υπάρχει!
(βγαίνει έξω και γυρίζει με ένα μήλο στο χέρι, Της το δίνει σ' ένα πιάτο μ' ένα μαχαίρι)
Ορίστε!
ΑΓΑΘΗ
(αρχίζει να καθαρίζει το μήλο)
Γιατί τόση φασαρία για ένα μήλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μια ιδιοτροπία του θείου μου. Έχει μια παλιομηλιά
εδώ απόξω και θέλει να τρώει μόνο αυτός τα μήλα
της. Και να πεις πως κάνει πολλά...όλο κλάρα είναι.
Καμιά δεκα-δεκαπέντε το χρόνο κάνει.
Αλλά δεν αφήνει κανέναν να τρώει. To πρώτο πράγμα που λέει στους κηπουρούς που προσλαμβάνει είναι αυτό. Να μη φάει κανένας μήλο. Και τα μετράει. Φέτος ας πούμε είχε δώδεκα απάνου της. Ε, δώδεκα περιμένει να βρει όταν ξανάρθει. Αν είναι ένα λιγότερο ποιος είδε το θεό και δε τον φοβήθηκε...
Μα τώρα δε με νοιάζει. Έναν νεκρό θα βρει ακόμα κι
αν ερχότανε σε λίγο.
Να σου φτιάξω όμως κι ένα καφέ. Θα πιω κι εγώ.

ΑΓΑΘΗ
Έναν νεκρό; Αυτό λοιπόν είναι ου ξέρεις να κάνεις καλά και αυτό σκοπεύεις να κάνεις;

Αγγελος
Άστο αυτό σε μένα. Εσύ κοίτα να συνέλθεις.

ΑΓΑΘΗ
Καλά. Φτιάξε λοιπόν καφέ αφού θέλεις κι εσύ. Υπάρχουν τ' απαραίτητα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Υπάρχουν. Μόνο που ο καφές θα ’ναι μπαγιάτικος.
(πηγαίνει στο ντουλάπι ,παίρνει τον καφέ και βγαίνει στην κουζίνα. Από την κουζίνα)
Δε θ' αργήσει. Γλυκόν τον θέλεις;

ΑΓΑΘΗ
Δε μ' ενδιαφέρει. Λίγον θα γέψω για να μην πίνεις
μόνος σου.
(σιωπή)
Δηλαδή θα σκοτωθείς στ' αλήθεια;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σου μοιάζω ν' αστειεύομαι;
(σιωπή)
ΑΓΑΘΗ
Πόσον καιρό έχει να πατήσει άνθρωπος εδώ μέσα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάνω από δυο μήνες.
ΑΓΑΘΗ
Τόσο υπολόγισα κι εγώ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς το υπολόγισες;
ΑΓΑΘΗ
Από το πάχος της σκόνης.
Νόστιμο το μήλο!
ΦΩΝΗ TOY ΑΓΓΕΛΟΥ
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ από δαύτα.
Για να του αρέσουν τόσο πολύ, θα 'ναι νόστιμα.
ΑΓΑΘΗ
Μια αράχνη στον τοίχο. Μεγάλη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν εκπλήσσομαι. Εδώ μέσα θα υπάρχουν κι άλλα ζωύφια άγνωστα και στους επιστήμονες ακόμα.
(μπαίνει με τους καφέδες) Είσαι καλλίτερα;
ΑΓΑΘΗ
(Ζωηρά)
Ναι! Πραγματικά ζωντάνεψα! Σου φύλαξα ένα
κομματάκι. Δοκίμασε να δεις τι νόστιμο που είναι.
(του τείνει το μήλο. Ο Άγγελος το τρώει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πράγματι ωραίο.
(Ο Άγγελος πίνει καφέ με ευχαρίστηση. Η Αγάθη κοιτάζει παιχνιδιάρικα τον καφέ της)
ΑΓΑΘΗ
Οι σπόροι του καφέ...
ΑΓΓΕΛΟΣ Ναι...τι;..
ΑΓΑΘΗ
Δε μοιάζουνε σαν ένα στήθος γυναικείο με το
χώρισμά τους στη μέση; To δικό μου στήθος είναι
καλλίτερο φυσικά. Αλλά μοιάζουνε. Οι ρόγες τους
λείπουνε.
(χαμογελάει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη, παραζωντάνεψες...
ΑΓΑΘΗ

Μα μοιάζουνε και με κάτι άλλο. Αυτό θα το πεις εσύ
γιατί εσύ το έχεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ

(μισό ντροπαλά, μισό παραξενεμένος)
Αγάθη, τι έπαθες;
ΑΓΑΘΗ
(ερεθισμένη)
Με τον έτοιμο-τον κόκκινο, ορθωμένο, τεράστιο σαν
θεό φαλλό μοιάζουν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη δεν ξέρω τι πας να κάνεις μ' αυτά που λες. Πιες τον καφέ σου και όταν συνέλθεις θα σου πω. Μπορεί να άλλαξε το σενάριο μα το φινάλε μένει το ίδιο.
ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον άκουσε)
Και τούτο το κύπελλο είναι το γυναικείο δοχείο.
Και ο καφές είναι το άσπρο υγρό σου μέσα του!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μήπως έκανα λάθος και σου έδωσα ρακί;
Ή το μήλο έχει τέτοιες επιδράσεις επάνω σου;
ΑΓΑΘΗ
Σου είπα, με συνεφέρνει. Μου δίνει ζωή.
Αλλά μου έδωσες και ρακί. Πριν, όταν με είχες
ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Να 'τη πάλι η αράχνη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θες να τη σκοτώσω;
ΑΓΑΘΗ
Όχι! Όχι. Έχεις ακούσει πως υπάρχουν αράχνες που
τρώνε το αρσενικό μετά τον έρωτα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάπου το διάβασα. Αγάθη άκουσέ με. Θα σου πω πράγματα που κι αυτά για πρώτη φορά θα τ' ακούσεις όπως για πρώτη φορά ένιωσες και είδες ό,τι σου συνέβη σήμερα.
ΑΓΑΘΗ
Τώρα ό,τι και ν' ακούσω δε θα μου κάνει εντύπωση. Αφού συνέβησαν όλα αυτά και αφού συμβαίνει και τούτο τώρα- ύστερα από όλα αυτά να κουβεντιάζουμε πίνοντας το καφεδάκι μας-όλα τα περιμένω. Λέγε.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ακου. Αν όλα πήγαιναν καλά, αν δεν άρχιζαν οι καταραμένες ερωτήσεις σου που έφεραν τα πράγματα στην ίδια κατάσταση με σένα όπως με κείνην που ισχύει και για τις άλλες γυναίκες, εξουδετερώνοντας το κλίμα που είχα δημιουργήσει μέχρι τότε ανάμεσά μας-αν με λίγα λόγια δεν αποκάλυπτες με τις διαβολεμένες σου ερωτήσεις την αδυναμία μου να έχω γυναίκες, να τι θα γινότανε: Αν δε συναινούσες, τελικά θα σε βίαζα όπως να 'τανε και ύστερα θα σε άφηνα ελεύθερη όπως και τώρα. Και εγώ θα αυτοκτονούσα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Τώρα που ...
ΑΓΑΘΗ
Και γιατί θα αυτοκτονούσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα μπορώ να ανοίξω τελείως την πόρτα που εσύ μισάνοιξες και να τα δεις όλα. Να! δεν μπορώ να ζω με τον πόθο μου για τη γυναίκα ανικανοποίητον. Δεν αντέχεται αυτό. Δεν το μπορώ. Ξέρω, θα μου πεις πως αυτό συμβαίνει και με πολλούς άλλους, πως κανείς δεν έχει όσες γυναίκες και όποιες θέλει. Ναι. Συμφωνώ. Ας ζήσουν έτσι όποιοι μπορούν. Εγώ δεν το αντέχω. Για μένα ο έρωτας είναι το πρωταρχικό στοιχείο στη ζωή μου . Μα αρκετά μέχρι τώρα. Όποιος σαδιστής έκανε τον άνθρωπο ένα παιχνίδι στον ανικανοποίητο πόθο του, ας χαίρεται με τον πόνο των άλλων. Εγώ δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Είναι η πρώτη φορά που θα πήγαινα με γυναίκα πηγαίνοντας μαζί σου. Ούτε αυτό δε θα γίνει. Δεν πειράζει. Έτσι ήτανε γραμμένο. Ίσως να μην συνέβαινε τίποτα από όλα αυτά αν δεν ήτανε τα καταραμένα φορέματα που φοράτε. Που αφήνουν όλα γυμνά επάνω σας σα να φωνάζετε ελάτε, ελάτε να μας χαρείτε! Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά…ποιος αντέχει; Ύστερα φωνάζετε πως σας βιάζουνε. Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Τώρα λοιπόν ό,τι έγινε έγινε. Τα πράγματα αλλάζουν. Εσύ θα πιεις τον καφέ σου και θα φύγεις. Και εγώ όταν μείνω μόνος θα κάνω εκείνο που πρέπει. Δε θέλω να σκοτωθώ μπροστά σου. Τέτοιο θέαμα δεν είναι για γυναίκες.
ΑΓΑΘΗ
Τελείωσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ Τελείωσα.
ΑΓΑΘΗ (χειροκροτεί)
Μπράβο! Ωραία! Ένας που δε φοβάται να πεθάνει!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πες το όπως θέλεις. Όμως τελείωνε και πήγαινε. Θα φύγεις με το αυτοκίνητό μου. Άστο όταν θα έχεις φτάσει κοντά στον δημόσιο δρόμο. Εκεί κάποιο περαστικό αυτοκίνητο θα βρεις να σε πάει στην Αθήνα.
ΑΓΑΘΗ
Τι ωραία που τα έχεις κανονίσει όλα! Καλά, κάνε όπως θέλεις. Έχω όμως μια προσφορά να σου κάνω που θα σου αρέσει.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μπορώ ακόμα να δέχομαι προσφορές λοιπόν; Σαν τι
είδους προσφορά; Ένα ωραίο τάφο ίσως;
ΑΓΑΘΗ
Όχι. Να πεθάνεις αφού πρώτα θα έχεις κάνει εκείνο
που θέλεις να κάνεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έρωτα μαζί σου;
ΑΓΑΘΗ Ακριβώς.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Είδες κανένα χέρι απλωμένο; Πού πετάς τη δραχμή σου; Η ελεημοσύνη σου στο δρόμο κυλάει και πέφτει στον υπόνομο.
ΑΓΑΘΗ
Δεν είναι ελεημοσύνη. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου.
Ένας ετοιμοθάνατος παρτενέρ δεν είναι καθημερινό
εύρημα. Και παρθένος μάλιστα. Θα είσαι διπλά
ζαλιστικός. Επειδή θα είναι η πρώτη σου φορά και
μαζί και η τελευταία.
Αν ήξερα πως θα πεθάνεις ύστερα, θα σε άφηνα να με
βιάσεις
Μα και τώρα ίδιο το βρίσκω. Θα κάνεις κι εσύ κείνο
που θέλεις και θα κάνω κι εγώ αυτό που θέλω.
Μήπως νομίζεις πως δεν υπάρχουν γυναίκες που
υποφέρουν το ίδιο όπως εσύ; Να, εγώ! Όχι πως δεν
έχω γνωρίσει άντρες, όμως πάντοτε λιγότερους από
όσους ποθώ.
Και σου το λέω πως σίγουρα θα ευχαριστηθείς μαζί
μου. Έχω στενή και σφιχτή τρύπα.
Και ούτε τ' άλλα μου δεν είναι άσχημα. Εσύ ο ίδιος
το είπες ότι σου άρεσα γι αυτό με διάλεξες. Και-ναι-
ξέρεις να διαλέγεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(σιγά και επικριτικά)
Πρέπει να μεταχειρίζεσαι τέτοιες λέξεις;
ΑΓΑΘΗ
Μ' αρέσει.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη μου ζητήσεις κι άλλο μήλο γιατί τότε θα πεις και
χειρότερα.
ΑΓΑΘΗ
Ποτέ δεν έχω μιλήσει έτσι μέχρι τώρα. Έπρεπε να
δείχνω βλέπεις κυρία. Σεμνή. Ηθική. Τώρα όμως
κανείς δε θα μάθει τι θα γίνει εδώ μέσα. Έτσι μπορώ
να λέω και να κάνω ό,τι θέλω.
Να τα κάνουμε δεν ντρεπόμαστε. Να τα λέμε γιατί να
ντρεπόμαστε; Τόση υποκρισία... Αλλά και τόση
δύναμη λοιπόν έχει πράγματι ο Λόγος; Αν ναι, ας
τήνε δείξει λοιπόν όλη του σήμερα εδώ, χαρίζοντάς
μας την μεγαλύτερη ευτυχία που χάρηκε ποτέ
άνθρωπος.
(γελάει)
Αλήθεια, πριν πεθάνεις μήπως μπορείς να μου πεις τι θα πει ηθική; Ποτέ δεν το κατάλαβα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ούτε εγώ. Όμως να ένας πρόχειρος ορισμός της: ένα
ακόμα μέσο για να βασανίζονται οι άνθρωποι.
ΑΓΑΘΗ
(ξαπλώνει στο κρεβάτι. Απλώνει τα χέρια
ικετευτικά προς τον Άγγελο)
Έλα! Είμαι έτοιμη για το σμίξιμό μας!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είπα το ναι.

ΑΓΑΘΗ
(με σιγουριά και με λαχτάρα)
Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια προσφορά. Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια πρόσκληση. Ούτε να αποστρέψεις το ξαναμμένο κιόλας πρόσωπό σου από αυτή την πρόκληση.
Έλα. Οι κορφές μου περιμένουνε να τις κατακτήσεις. Όπου ύψωμα κι ένα βραβείο καρτερεί πρωτόειδωτο για σένα-για τον κατακτητή του. Έλα να μπεις μέσα σε όλες τις ξερές χαράδρες και σε όλες τις σπηλιές μου και. να τις λασπώσεις με τη βροχή σου. Έλα ουρανέ μου στη γη σου που σε διψάει. Κάνε τ' άστρα σου καθένα τους ένα γλυκό κάψιμο πάνω στο κορμί μου, αυτό το κορμί που με κάθε πόρο του σε ποθεί. Και το λαχταριστό φεγγάρι σου, αφού λάμψει πάνω στο κορμί μου χαϊδεύοντας κάθε του άκρη, ύστερα απόδοσέ το στην υγρή του φωλιά που αιώνες ανικανοποίητη μακριά του το καρτεράει. Έλα ουρανέ μου-έλα πατέρα μου εσύ και γιε και βγάλε μου αυτά τα κρύα ρούχα που άβουλα και άβολα με ντύνουν-έλα και ξερίζωσε τη χωματένια φλούδα μου και φανέρωσε τη λάβα που κρυβόνταν τόσα χρόνια αποκάτω τους περιμένοντάς σε να καείς απ' αυτήνε και να τη δροσίσεις.
Έλα αγαπημένε θεριστή. Τα στάχυα μου άδοτα ξεραίνονται, Έλα και κόψε τα και φτιάξε το ψωμί που θα χορτάσει και τους δυο μας στον αιώνα. Έλα μακελλάρη εσύ πάνω στ' ολόφλογο άτι σου καβάλα, να με γεμίσεις αίματα που γιατρεύουνε-να με γεμίσεις αίματα που δροσίζουνε-να με γεμίσεις αίματα που καίνε.
Έλα Μεγάλε Φυτευτή να σπείρεις μέσα μου το σπόρο που γεννάει κόσμους και σύμπαντα και ανθρώπους και θεούς και δαίμονες. Ελα να σπείρεις το σπόρο που γεννάει καλύβια και κήπους και βιασμούς και πέη ποθητά και μήλα και πόθους.
Έλα Αγαπημένε να συνεχίσουμε τον κόσμο. Έλα φονιά του Μηδενός, έλα καταλύτη της Ανυπαρξίας, έλα Νόημα του Είναι εσύ να ραντίσεις με το ζωογόνο σάλιο σου τα όντα μου για να υπάρξουνε. Έλα! Δεν ακούς τις φωνές και τα παρακάλια; Δε βλέπεις τα δάκρυα; Δεν οσμίζεσαι τη σαπίλα που πάει να πάρει τη θέση του τρυφερού αρώματος; Έλα, σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, να γεννήσουμε μαζί το Γιό. Να γεννήσουμε το συνεχιστή του ονείρου μας. Σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, για να συνεχιστεί το παραμύθι. Έλα! To Κενό περιμένει την πλήρωσή Του! Έλα Ουρανέ μου και τυλίξου σφιχτά γύρω μου συντρίβοντας ανάμεσα στα σώματά μας κάθε ήλιο, κάθε αστέρι, κάθε πηγή φωτός, κάθε αχτίδα. Έλα να φτιάξουμε μαζί τη Μεγάλη Νύχτα που θα γεννήσει τις καινούργιες μέρες. Έλα να παλέψουμε τη μόνη πάλη που είναι για τους ανθρώπους-την πάλη του Έρωτα. Και να κρατήσουμε τόση μόνο δύναμη ίσα για να σηκώσουμε τα χέρια να στεφανώσουμε το νικητή που από τώρα ξέρουμε ποιος θα είναι-η ευτυχία, Ελα! Έλα Άντρα! Έλα Αγαπημένε! Έλα Βιαστή! Έλα Αγγελε!
(προκλητικά)
Έλα να μου ξεκουμπώσεις τη μπλούζα μου. Μου αρέσει να με ξεκουμπώνει ο άντρας. Κοίτα τα στήθη μου πώς θέλουνε να λευτερωθούνε κι αυτά. Δες πόσο στριμωγμένα είναι εδώ μέσα τα καυμένα. Λευτέρωσέ τα. Λευτέρωσέ με.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται, κάνει μερικούς νευρικούς βηματισμούς στο δωμάτιο, ύστερα πηγαίνει στη γωνία του δωματίου, αφήνει τη ράχη του να γλιστρήσει κατά μήκος του τοίχου και κάθεται στο πάτωμα.)
Δεν το περίμενα έτσι. Πολλά μου δίνεις. Πολλά μου ζητάς.
ΑΓΑΘΗ
Όλα θα στα δώσω. Και όλα σου-ναι-θα σου τα πάρω. Σιχάθηκα τα ψέματα. Σιχάθηκα τις κοινωνικότητες. Σιχάθηκα το φλερτ. Άκου λέξη: φλερτ! Μια ακατανόητη συμπαράταξη γραμμάτων με ένα πιο ακατανόητο νόημα. Ναι, ξέρω τι λέω. Ακατανόητο νόημα. Ένα ζύγιασμα συμφερόντων! Αλλιώς εγώ το νιώθω: σε θέλω, με θέλεις, ερωτευόμαστε. Δε με θέλεις; Ο επόμενος που θα συναντήσω θα με θέλει. Κι αν όχι αυτός, ο τρίτος. Ώσπου να 'ρθει ο καιρός-εμείς να τόνε φέρουμε-που όλοι θα θέλουν όλους, Ναι. Θα 'ρθει εκείνη η μέρα, Τι θα πει προετοιμασία; Τι θα πει επιλογή από τη γυναίκα; Τι θα πει επίδειξη δύναμης, ισχύος οποισδήποτε μορφής από τον άντρα; Ζώα είναι οι άντρες να κορδώνονται για να φανούνε ψηλότεροι και δυνατότεροι από άλλους; Και οι γυναίκες είναι μηχανές επιλογής για να διαλέγουνε; Τι το θέλουμε το λογικό αν όχι για να αποβάλουμε τέτοιες μωρίες; Θα 'ρθει, θα 'ρθει ο καιρός που οι άνθρωποι θ' αγαπιούνται ανάμεσό τους μόνο γιατί είναι άνθρωποι. Θα 'ρθει! Άνθρωπος να μη θέλει άνθρωπο;.. Θα 'ρθει, θα 'ρθει η μέρα εκείνη! Θα το δεις! Και άνθρωποι καθώς εγώ κι εσύ θα τη φέρουμε. Και τότε θα ζούμε μέσα στην ευτυχία. Όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι τότε. Ο έρωτας κάνει τη δυστυχία ή την ευτυχία των ανθρώπων.
Έλα να νιώσουμε για μια φορά ευτυχισμένοι. Έλα να σιγουρέψουμε πως δε χάθηκε κάθε ελπίδα.
(Δυνατά, με πάθος)
Τα σιχάθηκα όλα όσα κρατάνε μακριά τους ανθρώπους αναμεταξύ τους. Και πρώτο σιχάθηκα το όνομά μου-Αγάθη! Να φτύσω την αγαθότητα που στερεί τον άνθρωπο από το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο-από τον έρωτα.
(συγκρατημένα)
Βλέπεις πως δεν είσαι ο μόνος που σκέφτεσαι έτσι. Όμως εγώ δε θα πεθάνω γι αυτό. Ίσως βρω τρόπο να ικανοποιώ τελικά τον ακατανίκητο πόθο μου-να ικανοποιώ το πράμα μου που καίγεται στη σκέψη και μόνο του αντρικού όργανου. Κάτι θα κάνω. Ίσως να βγαίνω στο δρόμο και να κολλάω στους περαστικούς σαν τις πόρνες.. Κάτι θα βρω. Έχω σχέδια στο μυαλό μου. Καθένας πρέπει κάτι να σκαρφίζεται ώστε να γεύεται ασυγκράτητα την ευτυχία.
Μα δεν ήθελα και να με βιάσουνε. Όχι. Θα σ' έτρωγα-θα 'βρισκα τρόπο-αν το επιχειρούσες τελικά. Τώρα θα σε φάω αλλιώς.
Και συ πού να 'ξέρες να μου 'λεγες: "θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου!" Ευκολότερα θα σου δινόμουν αφού εξασφάλιζα πρώτα τη σιωπή σου για ό,τι θα κάναμε, Γιατί οι άνθρωποι ό,τι δεν μπορούνε να κάνουνε το κατακρίνουνε. Καταραμένοι είναι οι άνθρωποι- διώχνουνε από τη ζωή τους το μόνο που αξίζει να ζήσουνε.
Έλα να ερωτευτούμε! Σήκω! Σε είδα που ερεθίστηκες με όσα άκουγες να λέω. To παντελόνι σου δε σε χωρούσε. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Μη μου πεις πως ακόμα και τώρα ντρέπεσαι. Έλα να με γδύσεις. Έλα. Έλα να ερωτευτούμε και μετά φεύγω. Θα γίνει όπως θέλεις μα αφού πρώτα ευχαριστηθείς και με ευχαριστήσεις, αφού πρώτα γνωρίσεις τον έρωτα.
(Ο Άγγελος σηκώνεται, παίρνει το πιστόλι από το κρεβάτι και το βάζει στο κομοδίνο πάνω. Πετάει σε μιαν άκρη την ταυτότητά του και δίνει τα κλειδιά στην Αγάθη. Βγαίνει και ξαναφαίνεται στην πόρτα
στέκοντας ερωτηματικά εκεί με τα λουλούδια στο χέρι.)
Φέρτα εδώ!
(Ο Άγγελος της πηγαίνει τα λουλούδια. Η Αγάθη τα παίρνει και τα πετάει στο πάτωμα. Του τείνει το χέρι)
Έλα!
(Ο Άγγελος γέρνει στο κρεβάτι. Αρχίζει να της ξεκουμπώνει αργά την μπλούζα)
Έτσι! Έτσι μου αρέσει! Κοίτα τα στήθη μου πώς ξεπετάγονται από μέσα από τη φυλακή τους. Θέλουνε να ταγίσουνε-αυτή είναι η δουλειά τους-να ταγίσουνε όλο τον κόσμο. Μα τούτη την ώρα όλος ο κόσμος είσαι συ γι αυτά. Πιες. Πιες το γάλα τους. Κοίτα πώς σε βλέπουν ορθώνοντας τα κεφαλάκια τους... Περιμένουνε να τα στραγγίσεις μέχρι την τελευταία στάλα τους. Γι αυτό γινήκανε. Γι αυτό υπάρχουνε.
( Ο Άγγελος ανταποκρίνεται σε ό,τι του λέει η Αγάθη. Και της Αγάθης τα λόγια τα διακόπτουν βογγητά μόνον ηδονικής ευχαρίστησης)
Χάδεψέ τα. Φίλησε τα. Δάγκωσέ τα να πονέσουνε
λίγο. Μην τα λυπάσαι-τους αρέσει...
Δες πώς χορεύουν. Χόρεψε μαζί τους. Βλέπεις πώς
στητά κι ατίθασα σε περιμένουνε να τα μερέψεις;
Στάσου να σε γδύσω κι εγώ… Έτσι...
αυτό...εκεί...ναι...κι αυτά...εκεί...ναι... εκεί...
ω! το στόμα μου...το πρόσωπό μου… πώς όλα μου καίνε και δροσίζονται μαζί...ναι...έτσι...
ναι... ένα παιχνίδι είναι η ζωή… το κρεβάτι το
γήπεδό του...
Τα χέρια… τα πόδια μου...το στήθος σου… τα πόδια
σου… Έτσι!..
Τη φούστα...ναι...και τώρα αυτό το ρουχάκι... περιττό δε μας είναι;.. ναι, ναι, τελείως περιττό πια... Ναι! έτσι...έτσι...ναι...
ΦΩΝΗ ΘΕΙΟΥ ΑΠΕΞΩ Άγγελε πού είσαι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται)
Ο θείος μου! Σήκω! Ντύσου!
(ντύνονται όπως όπως κι οι δυο και συμμαζεύουν ό,τι προλαβαίνουν. Μπαίνει ο θείος)
Γεια σου ανεψιέ. Μπα μπα μπα, βλέπω έχεις και παρέα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου θείε. Δε σε περίμενα. Από δω η Αγάθη. Μια
καλή φίλη. (στην Αγάθη) Ο θείος μου-σου μίλησα γι αυτόν...
ΑΓΑΘΗ
Χαίρω πολύ.
ΘΕΙΟΣ
Κι εγώ παιδί μου. Πάντοτε έλεγα στον ανεψιό μου να
βρει μια καλή κοπέλα. Χαίρομαι γι αυτό ανεψιέ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάτσε θείε μου. Έχουμε λίγην ακαταστασία εδώ
μέσα, τώρα ήρθαμε, δεν προλάβαμε να συγυρίσουμε
ακόμα.
Πώς ήτανε και μας ήρθες; Θα κάτσεις ή θα σε
χάσουμε πάλι γρήγορα;
ΘΕΙΟΣ
Θα κάτσω λίγες μέρες. Τι γίνεται ο κήπος;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Καλά θείε. Βλέπω και τους εργάτες όποτε έρχομαι, καλά τα πάνε.
ΘΕΙΟΣ
Μπράβο! μπράβο!
(κοιτάζει γύρω και βλέπει τα φλούδια από το μήλο. Πλησιάζει εκεί ανήσυχος)
Τι είναι αυτά;
(κοιτάζει μια τον Άγγελο μια την Αγάθη)
Δεν πιστεύω...
(Ο Άγγελος δε μιλάει)
Δεν πιστεύω...
(ορμάει έξω και ξαναμπαίνει έξαλλος)
Βρωμιάρη! Πώς τόλμησες!;
(αρπάζει μια μαγκούρα και αρχίζει να χτυπάει τον Άγγελο. Αυτός παίρνει από το χέρι την Αγάθη και βγαίνουν τρέχοντας από το δωμάτιο. Δυνατά)
Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! Και ξέχνα την περιουσία μου! Παλιάνθρωπε!
(Γυρίζει μέσα στο δωμάτιο και γελάει, ικανοποιημένος)
Καλά τον ξεφορτώθηκα. Πολύ μου είχε γίνει βάρος τελευταία.
(Τα φώτα σβήνουν. Όταν ανάβουν πάλι, το σπίτι δεν υπάρχει, ο Αγγελος και η Αγάθη είναι γυμνοί και κοιμισμένοι κάτω από μια μεγάλη μηλιά. To Φίδι είναι ανεβασμένο στη μηλιά ακριβώς πάνω από τον Άγγελο και την Αγάθη χωρίς αυτοί όταν ξυπνήσουν να μπορούν να το δουν. Ζώα περνοδιαβαίνουν αμέριμνα.)

ΦΙΔΙ
(στον εαυτό του)
Ως πότε θα μου ξεφεύγετε; Θα σας καταφέρω. Κάποτε θα σας βρω βολικούς και θ' αρπάξετε το δόλωμα που σας ρίχνω μήνες τώρα και δεν το αρπάζετε. Το δόλωμα που για το καλό σας έχω ετοιμάσει μα που εσείς αποχαυνωμένοι από τη θεϊκή λάμψη μα και τύφλα μαζί, το αποφεύγετε. Θα φέρω τη χαρά στη ζωή σας. Θα βρω την κατάλληλη στιγμή. Πάντοτε έρχεται σε κείνον που ξέρει να περιμένει. Κατ' εικόνα και ομοίωση να σου πετύχει...δυο δυστυχισμένα πλάσματα εκεί..υπομονή εαυτέ μου. Υπομονή και θα το ομορφύνεις κι αυτό το έργο του θεού. Η κακία και η πονηρία του θα με βοηθήσουν και τώρα να κάνω εκείνο που το δικό μου καλό και γεμάτο αγάπη μυαλό έχει αποφασίσει: να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους! Τι ωραία που κοιμούνται τα πουλάκια μου... Πόσο τέλεια έχουν αποδεχτεί τη δυστυχία τους....α! θα έχω πετύχει τη μεγαλύτερη επιτυχία μου αν κι αυτούς τους καταφέρω. Μα να! ξυπνάνε.
(Ξυπνάνε ο Άγγελος πρώτα και ύστερα η Αγάθη)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(αναστατωμένος)
Πού είμαι;.. Ποιος… Θεέ μου, πάλι…
(σκουντάει την Αγάθη)
Εύα! Εύα!
(Η Αγάθη πετάγεται τρομαγμένη)
ΑΓΑΘΗ
Μ' έπιασε! Μ' έπιασε! Άγγελε!..Αδάμ!.. Σώσε με!
(συνέρχεται)

Όχι! Ο εφιάλτης πάλι...
(χώνεται στην αγκαλιά του Άγγελου φοβισμένη ακόμα)
Αδάμ!..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, κι εγώ. Τα ίδια. Δε θα γλιτώσουμε απ' αυτό.
...Ο άντρας που μας κυνηγούσε πάλι;..
ΑΓΑΘΗ
Αχ ! ναι....
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι εγώ. Πόσες φορές δεν ήρθε αυτό το όνειρο να μας ταράξει…Ο άντρας που μας κυνηγάει με τη μαγκούρα του… Τι τέρατα που δημιουργεί η φαντασία μας! Ενώ ξέρουμε καλά πως μόνον εγώ κι εσύ υπάρχουμε. Εκεί υπάρχουν λέει κι άλλοι άντρες τάχα, όμως δε φανερώνονται στο όνειρό μας. Και όλα εκείνα τα φριχτά αντικείμενα...που δεν είναι ούτε φύλλα, ούτε ζώα, ούτε νερά, ούτε ξύλα, ούτε δέντρα…Τι είναι; Ποιος τα 'φτιαξε και τα στέλνει στ' όνειρό μας; Κι εκείνη η σπηλιά με μέσα της πράγματα άγνωστα, αλλόκοτα...Σου έδωσα πάλι να κρατάς εκείνο το παράξενο σίδερο και την χρωματισμένη πλάκα;
ΑΓΑΘΗ
Ναι. Και τα...πώς μου τα είπες..."τα κλειδιά".
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ήμασταν εμείς. Εμείς είμαστε άσπροι. Στο όνειρό μας το δέρμα μας είναι πολλά κομμάτια και έχει διαφορετικά χρώματα. Πώς δεν τρομάζουμε απ' αυτό μόνο και να ξυπνήσουμε για να μη φτάσουμε ως τον άλλο Αδάμ που μας χτυπάει;..
ΑΓΑΘΗ
Και κείνο το πράγμα που πάνω του αντί στο χώμα είχαμε ξαπλώσει... Και κείνα που κάναμε και λέγαμε πάνω σ' αυτό… Εσύ λέει να είσαι απάνω από μένα και αυτό το κομμάτι κρέας που κρέμεται μπροστά σου να είναι μέσα στην τρύπα μου…τι ανόητα πράγματα... Και συ με έδεσες για να κάτσω να βάλεις μέσα στην τρύπα μου αυτό το πράγμα γιατί εγώ δεν ήθελα… τι είναι τα όνειρα Αδάμ; Ποιος τα στέλνει; Να ρωτήσουμε μια μέρα το Θεό. Μήπως ο ίδιος μάς τα στέλνει για κάποιο λόγο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι αυτός…μας έβαλε εδώ και μας παράτησε. Έχει
φεγγάρια να περάσει. Πού να τον βρούμε να τον
ρωτήσουμε;..
ΑΓΑΘΗ
Και συ πάλι με φώναζες Αγάθη. Και 'γω σ' έλεγα
Αγγελο…Τα θυμάσαι κι αυτά;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τόσες φορές που τα άκουσα τα θυμάμαι. Εκείνο που με βασανίζει όμως περισσότερο σ' αυτό το όνειρο, είναι που θέλω τόσο πολύ να βάλω μέσα σου το πράγμα μου αυτό και κάτι δε με αφήνει. Και υπάρχουν κι άλλες Εύες λέει, όπως υπάρχουνε κι άλλοι Αδάμ κι ούτε αυτές μ' αφήνουν. Κι εγώ θέλω...θέλω...όπως στα 'λεγα στο όνειρο, Και γιατί δεν με αφήνουν; Δεν ξέρω. Είναι τόσο εξωπραγματικό, που δεν έρχεται στο μυαλό μου ούτε σαν ιδέα. Κάτι σαν μια αόριστη απαγόρευση όπως αυτή του Θεού ή όπως αυτή του άλλου Αδάμ του όνειρου, που τον έλεγα…πώς τον έλεγα αλήθεια;..ναι-θείο!
Μα μια απαγόρευση τόσο δυνατή που με καίει η
έλλειψη εκείνου που μου απαγορεύει.
Και όσες και οι Εύες είναι, τόσο πολλές φορές και
είμαι θλιμμένος.
Και τι το θέλω εκείνο το σίδερο λέει; Θυμάσαι; Κάτι
θέλω να κάνω στον εαυτό μου μ! αυτό αλλά δε
θυμάμαι τη λέξη...
ΑΓΑΘΗ
...Να "χτονήαεις" θέλεις λέει...
(γελάει)
Όχι, κάπως αλλιώς το λες…να "ντοχτήσεις"…όχι όχι
(γελάνε κι οι δυο συνέχεια ψάχνοντας να θυμηθούνε τη λέξη)
Να "τοχτήσεις"
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι..να αυχονήσω;
ΑΓΑΘΗ
Κάπως έτσι...Πλησιάζεις...Εσύ το λες, βρέστο...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να! Να "αυτοκτονήσω" θέλω.
ΑΓΑΘΗ
Ναι, αυτό λες. Άκου λέξη! Ποΰ τη βρήκες-πού τα βρηκαμε όλα τούτα θεέ μου! Και τι σημαίνουν; Από που μας έρχονται;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αλήθεια για γέλια είναι...
ΑΓΑΘΗ
Τώρα που δεν μας κυνηγάει κανείς για γέλια είναι αλήθεια..
Και τον Αδάμ τον άλλονε που λες θείο, το "Θεός" μου θυμίζει κάθε φορά που το ακούω, ακόμα και μέσα στο όνειρό μου.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ίσως επειδή και κείνος όπως ο Θεός μας έχει
απαγορέψει κι αυτός να φάμε μήλο.
ΑΓΑΘΗ
Ίσως.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα σου πω κάτι Εύα. Κάθε φορά που βλέπουμε το όνειρο αυτό θέλω να σου το πω μετά, αλλά διστάζω. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις.
ΑΓΑΘΗ
Πες το. Δε θα σε μαλώσω ό,τι κι αν μου πεις. Πες το
αφού το θέλεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, αυτά τα ανόητα πράγματα που κάναμε πεσμένος
εγώ πάνω από σένα κι εσύ όντας αποκάτω
μου, καμιά φορά...
ΑΓΑΘΗ
Ναι...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, καμιά φορά όταν τα σκέπτομαι ξύπνιος όταν είμαι,
όπως τώρα, μού αρέσουν...
ΑΓΑΘΗ
Άλλο και τούτο! Τι μπορεί να σου αρέσει από δαύτο; Να κουνιέσαι μπρος και πίσω συνέχεια και αντί να σε κουράζει να σου αρέσει;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Και όλα εκείνα που κάνουμε πριν από αυτό το μπρος πίσω, και κείνα μου αρέσουν.
ΑΓΑΘΗ
Να μου ακουμπάς αυτό το πράγμα σε όλο το κορμί
μου και να το βάζεις στο στόμα μου και όλα αυτά;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ξέρω, φαίνεται παράλογο, όμως έτσι είναι. Όταν εζήτησα από το Θεό να σε φτιάξει, περίμενα να σταματήσω να στενοχωριέμαι που ήμουνα μόνος. Όμως η παρουσία σου κοντά μου δε σου το κρύβω πως πολύ λίγο με βοήθησε στο να μην είμαι θλιμμένος και να μην αιστάνομαι και πάλι μόνος. Και σκέπτομαι κάποτε κάποτε μήπως εκείνο που κάνουμε στο όνειρό μας είναι αυτό που θα με έκανε χαρούμενον; Γιατί-πώς να στο πω- όταν αυτό το πράμα μεγαλώνει, θέλω να το βάλω μέσα σε κάποια τρύπα πραγματικά.
ΑΓΑΘΗ
Λες;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω τι άλλο να υποθέσω. Όμως στο όνειρο και
σένα σου αρέσει, μην το αρνηθείς.
ΑΓΑΘΗ
Ναι. Στο όνειρο. To θυμάμαι πολύ καλά. Με τρελαίνει θα έλεγα-όχι μου αρέσει. Μα τώρα που το σκέπτομαι, μου έρχεται να κάνω εμετό από αηδία, Αν μπορούσε και μένα να μου άρεσε και τώρα, δε σου λέω ψέματα, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να το νιώσω και τώρα που δεν είμαστε σε όνειρο. Όμως στα όνειρα συμβαίνουν πολλά που με τη ζωή την πραγματική δεν έχουν καμία σχέση.
ΑΓΓΕΛΟΣ
To ξέρω. Γι αυτό δε στο 'λεγα μέχρι τώρα.
Θα μου περάσει. Κάτι θα βρεθεί που θα μου περάσει
αυτή τη βαρυθυμιά που δε λέει να μ' αφήσει μήνες
τώρα.

(αρχίζουν να τρώνε καρπούς από τα δέντρα Στο διάστημα αυτό το φίδι κατεβαίνει από τη μηλιά όπου ήταν σκαρφαλωμένο, πηγαίνει στο δεξιό μέρος της σκηνής και μιλάει προς την πλατεία)
No την η ευκαιρία! Ήρθε! Μήνες την περίμενα. Ήρθε! Τώρα χρησιμοποιώντας αυτά που άκουσα, το σχέδιό μου θα γίνει πραγματικότητα. Θα φάνε μήλο και θα πούνε κι ένα τραγούδι από πάνω. Θα τους πείσω πως η γνώμη που έχει ο Αδάμ είναι σωστή. Πως τάχα αφού το μήλο έκανε τη γυναίκα στο όνειρο να θέλει κί αυτή τον έρωτα και μάλιστα με αυτόν γινόταν ευτυχισμένη κι αυτή, το ίδιο θα συμβεί και στο ξύπνιο τους, Τώρα τους έχω κι αυτούς στο χέρι. Επιτέλους θα φάνε το μήλο. Θα χαρούνε λίγο κι αυτοί οι κακόμοιροι. Θα πάψουνε να είναι δούλοι στο θεό. Έτσι αυτός θα χάσει ένα του στήριγμα ακόμα κι εγώ θα έχω κάνει ένα άλμα προς την αρχηγία. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε για το πώς θα το πετύχω αυτό. Ούτε κι εγώ τις ξέρω. Βλέποντας και κάνοντας, Σήμερα είναι η μέρα να δοξαστεί ο γιος του Διαβόλου. Παρακολουθείστε με.
(Πηγαίνει γύρω γύρω στη σκηνή και προσποιείται ότι τώρα έρχεται. Φτάνει στο μέρος όπου είναι ο Άγγελος και η Αγάθη. Προσποιείται τον αγανακτισμένον)
Να πάρει και να σηκώσει...Πρωί πρωί...Ω! Γεια σας φίλοι μου! Τι κάνετε;
ΑΓΓΕΛΟΣ και ΑΓΑΘΗ μαζί
Γεια σου Φίδι.
ΦΙΔΙ
Ωραία μέρα σήμερα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όλες οι μέρες του Θεού ωραίες είναι.
ΦΙΔΙ
Σωστά. Και οι νύχτες και οι μέρες. Ό,τι φτιάχνει ο
Θεός ωραίο είναι.
ΑΓΑΘΗ
Να παινεύεις το Θεό δε σ' έχω ξανακούσει Φίδι.
ΦΙΔΙ
Όχι, αλλά το καλό δεν μπορώ να μη το παραδεχτώ. Μπορεί να μη τον πολυαγαπάω το θεό, αλλά ό,τι φτιάχνει το 'χει καλά καμωμένο.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα σηκωθήκαμε από τον ύπνο μας. Παραήτανε γλυκιά η νύχτα και μας κράτησε πιο πολύ στην αγκαλιά της απόψε.
ΦΙΔΙ
Εγώ σήμερα τραβάω για τα νότια. Άντε γεια σας.
ΑΓΑΘΗ
Σήμερα δε σε βλέπω ορεξάτο. Δε μας μίλησες καθόλου για μήλα. Σου πέρασε ο καημός να μας ταίσεις μήλο;
ΦΙΔΙ
Όλα έχουνε τα όριά τους Εύα μου.
Προσπάθησα, προσπάθησα, τι άλλο να κάνω; Δε
θέλετε, δε θέλετε! Με το στανιό τίποτα δε γίνεται.
Εγώ για το καλό σας φρόντιζα, μα χωρίς να θέλει
κανείς, ούτε καλό ούτε κακό μπορείς να του κάμεις.
Να μη λέτε πως έχω και κανένα συφέρο να φάτε σεις
ή να μη φάτε μήλο.
Να 'σαστε καλά. Αν δε σας ξαναδώ σήμερα πάλι, τα
λέμε αύριο. Γεια σας.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου Φίδι.
ΑΓΑΘΗ
Τι μουρμούριζες όταν ερχόσουν; Με ποιον τα 'χεις;
ΦΙΔΙ
Α! Ναι, έχεις δίκιο, κάτι μου φταίει, μα με την κουβέντα
το ξέχασα. Να σας ρωτήσω κάτι!
ΑΓΑΘΗ
Αν ξέρουμε...
ΦΙΔΙ
Μήπως σας έτυχε να δείτε πουθενά κανένα μανιτάρι με μπλε χρώμα γύρω γύρω στην ομπρέλα του και με κόκκινο στη μέση;
ΑΓΓΈΛΟΣ
Υπάρχει και τέτοιο μανιτάρι; Όχι δεν είδαμε. Εσύ Εύα;
ΑΓΑΘΗ
Ούτε εγώ. Και γιατί ρωτάς;
ΦΙΔΙ
Ουφ! Όχι εγώ. To περιστέρι με παρακάλεσε να του βρω και να του πάω. Παρακάλεσμα το λέω, μα μου έχει βγάλει την πίστη μέρες τώρα. Βρήκες; Με ρωτάει. Όχι, του λέω. Και με παρακαλάει και πάλι και πάλι και πάλι. Εσύ που γυρίζεις εδώ κι εκεί και σούρνεσαι στο χώμα, μου λέει, κάπου θα το πετύχεις, Έχω χάσει την ησυχία μου με δαύτο.
ΑΓΑΘΗ
Και τι το θέλει το περιστέρι αυτό το μανιτάρι;
ΦΙΔΙ
Είναι μεγάλη ιστορία όσο και ανόητη, Θα σας κουράσει να σας την έλεγα. Ay βρείτε όμως κόψτε ένα και όταν περάσω μου το δίνετε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα το 'χουμε στο νου μας.
ΑΓΑΘΗ
Τι το θέλει το τέτοιο μανιτάρι το περιστέρι; Πες μου
σε παρακαλώ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μας είπε πως είναι μια ανόητη ιστορία. Ύστερα τι
μας ενδιαφέρει εμάς; Δε βλέπεις πως βιάζεται το
Φίδι;
ΑΓΑΘΗ
Έλα Αδάμ, σε παρακαλώ, δυο λεφτά καθυστέρηση δεν
είναι μεγάλο πράγμα. Όλη η μέρα δική του είναι.
Ξέρεις πως μ' αρέσει να μαθαίνω νέα. Πες μας Φίδι, σε
παρακαλώ!
ΦΙΔΙ
Ας της κάνουμε το χατίρι Αδάμ. Η Εύα είναι λίγο περίεργη. Δεν είναι κακό αυτό. Να σας πω λοιπόν. Η περιστέρα δε θέλει να πετάξει. Τα φτερά της λέει τα έχει για ομορφιά και για να ισορροπεί όταν περπατάει στη γη. Δεν της τα 'δωσε ο Θεός για να πετάει. και αφού βρίσκει τροφή στη γης, τι θέλει στον αέρα, λέει.
Ο περίστερος όμως δεν το θέλει αυτό. Εκεινού του αρέσει να πετάει και δε θέλει να πετάει μόνος του. Ώσπου ένα πρωί η περιστέρα του διηγήθηκε ένα όνειρο που είδε. Ήτανε λέει σε ένα μέρος που υπήρχανε πολλά μανιτάρια. Και αυτή από όλα έσκυψε και τσίμπησε ένα μανιτάρι που ήτανε μπλε γύρω και στη μέση κόκκινο. Και τότε λέει άρχισε να πετάει στο όνειρό της μέσα και της άρεσε αυτό. Και άρεσε και στον περίστερο που αυτό του έλειπε για να καλοπερνάει πετώντας με παρέα. Όταν ξυπνήσανε όμως, η περιστέρα δεν ήθελε πάλι να πετάξει. Άλλο το όνειρο και άλλο η ζωή, του λέει.
Και τώρα ο περίστερος μου λέει πως αν βρει το μανιτάρι εκείνο και της δώσει να το φάει, θα της αρέσει και στο ξύπνιο της να πετάει. Πώς σου 'ρθε αυτό; τόνε ρωτάω-τι σχέση έχει το 'να με τ' άλλο; Και τότε αυτός μου είπε την ιστορία που άκουσε για το λιοντάρι. Και η λιονταρίνα λέει, στην αρχή που την έκανε ο Θεός, εθύμωνε όταν τήνε χάδευε το λιοντάρι. Ώσπου μια μέρα που εκοιμόντανε είδανε και οι δυο μαζί αυτή τη φορά το ίδιο όνειρο, πως όταν έτρωγε η λιονταρίνα φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε χάδια.
( Η Αγάθη σταματάει το φαγητό και παρακολουθεί με προσοχή τα λεγόμενα του Φιδιού)
Και όταν εξύπνησαν, όταν η λιονταρίνα έφαγε πάλι
φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε και στο ξύπνιο της
χάδια και μάλιστα της άρεσαν τόσο πολύ, που ερήμαξε όλες
τις πορτοκαλιές της γειτονιάς της.
Και σκέφτηκε και λέει τώρα και ο περίστερος, πως αν
και η περιστέρα φάει και όταν είναι ξύπνια από το
μανιτάρι εκείνο, τότε θα της αρέσει να πετάει όπως
και στη λιονταρίνα άρχισαν να αρέσουνε τα χάδια
όταν βρήκε και έφαγε αυτό που είδε στο όνειρό της.
Είναι ή δεν είναι σαχλαμάρες όλα αυτά;
Γι αυτό σας λέω. Μα το περιστέρι δε θα ησυχάσει αν
δε βρει το μανιτάρι. Άμα έχεις να κάνεις με κουτά
πλάσματα τι να πεις...
Προσπάθησα να το πείσω ότι δεν έχει καμία
σημασία το τι τρως ή όχι και ότι το πέταγμα δεν έχει
σχέση με τέτοια, όμως ήτανε σαν να μίλαγα στο
ποτάμι. Ούτε μ' άκουσε καθόλου. Βρες μου εσύ, μου
είπε, κι άσε με εμένα να είμαι κουτός.
Αυτή είναι η ιστορία Εύα μου, ελπίζω να μην
πιστέψετε και σεις τα λόγια του περίστερου. Ο Θεός
εσάς σας έχει δώσει λογικό.
ΑΓΑΘΗ
Και βέβαια δεν τα πίστεψα Φίδι. Βλακείες του περίστερου. Άντε στο καλό και αν βρούμε το μανιτάρι θα σου το δώσουμε να γλιτώσεις από τη γκρίνια του.
ΦΙΔΙ
Θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Γεια σας.
ΑΓΑΘΗ
Στο καλό.
(το Φίδι απομακρύνεται. Όταν δεν φαίνεται πια αυτό, η Αγάθη στρέφει χαρούμενη στον Άγγελο)
Αδάμ! Άκουσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ Τι;
ΑΓΑΘΗ
Δεν άκουσες τι είπε το Φίδι-πως όταν η λιονταρίνα έφαγε φύλλα πορτοκαλιάς που είχε φάει και στο όνειρό της, ήθελε τα χάδια όπως και στο όνειρο. Αυτό δε σου λέει τίποτα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μου λέει πως το Φίδι και ο Περίστερος δεν ξέρουνε
τι λένε.
ΑΓΑΘΗ
Κι αν ξέρουνε;.. Κι αν ξέρουνε Αδάμ;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα τι λες τώρα;
ΑΓΑΘΗ
Λέω: κι αν ξέρουνε; Κι αν έτσι είναι; Μήπως τότε αν φάω κι εγώ μήλο τώρα, όπως έφαγα στο όνειρό μας, θελήσω αυτά που χωρίς να φάω μήλο δε θέλω;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν πιστεύω σε τέτοια Εύα.
ΑΓΑΘΗ
Και όμως, αν είναι σωστή η υπόθεση αυτή, πόσα
χάνουμε αν δε δοκιμάσουμε… Να χαίρομαι τέτοια
χαρά όπως και στο όνειρο! Γι αυτό θα έδινα ό,τι κι αν
μου ζητούσαν.
Μήπως Αδάμ, αυτό που σιχαίνομαι τώρα, γίνει το πιο
αγαπημένο μου όταν φάω μήλο;
Θα υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από κείνην; Αδάμ, μ'
ακούς; Ή πρέπει να σε φωνάζω Άγγελε;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, κι αν ακόμα ήτανε έτσι, πού θα βρούμε μήλο να
δοκιμάσουμε;
ΑΓΑΘΗ
(σηκώνει το χέρι και δείχνει με το δείκτη του χεριού της κατά τη μηλιά, κοιτάζοντας την κιόλας ίσα στο κέντρο της)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι! Τρελή είσαι; Όχι! Βγάλτο από το νου σου.
ΑΓΑΘΗ
(τεντώνει πιο πολύ το χέρι της και κρατώντας το
σταθερό μένει σ' αυτή τη στάση όσο λέει τα πιο
κάτω)
Και τρελή είμαι και κάτω δεν το βάζω. Αυτό το
δέντρο με τους καρπούς του θα μας δώσει την τέτοια
ονειρεμένη ευτυχία. Τώρα είμαι σίγουρη γι αυτό. Και
γι αυτό το ευτυχισμένο όνειρο θα παρακούσω τις προσταγές όλων των θεών του κόσμου.
(κατεβάζει το χέρι-στρέφει στον Αδάμ)
Τ' άκουσες Αδάμ αυτό που είπα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
To άκουσα Εύα. Θέλεις να παρακούσεις την εντολή του θεού. Κάνε το. Εγώ δε θα σε ακολουθήσω. Είναι το μόνο δέντρο που δε μας αφήνει να φάμε απ' αυτό.
ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον έχει ακούσει)
Τώρα εξηγώ τα λόγια του Φιδιού πως αν φάμε καρπούς από το δέντρο αυτό θα γίνουμε θεοί. Δεν ήσουνα θεός όταν με είχες αποκάτω σου και βογκούσες σαν λιοντάρι από την ευδαιμονία σου; Δεν θα έδινες και συ ό,τι τίμημα σου ζητούσε κάποιος, αν ήτανε να σου δώσει τα στήθη και τις τρύπες όλων των γυναικών που είδαμε στ' όνειρό μας να παίζεις όσο κι όπως θέλεις μαζί τους; Ήτανε ζωή αυτή που ζούσες μέσα στο όνειρο; Όχι, δεν ήτανε, εσύ ο ίδιος το έλεγες. Και είναι ζωή αυτή που ζεις τώρα εδώ στον Παράδεισο, να αιστάνεσαι κακόθυμος και να λες ότι δεν ξέρεις τι έχεις, ενώ ξέρεις πολύ καλά τι έχεις; Και μου είπες πριν λίγο τι έχεις-πως θα 'θελες ό,τι κάναμε στο όνειρό μας να το κάνουμε και στο ξύπνιο μας-εδώ, στον Παράδεισο. Δεν μας επιτρέπεται εδώ; Θα πάμε εκεί που επιτρέπεται. Έλα Αδάμ-πάμε!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, στο όνειρο είχαμε το θείο που δε μας άφηνε να φάμε μήλο. Εδώ έχουμε το Θεό. Και αν θα κάνουμε το ίδιο που κάναμε και στο όνειρό μας, όπως μας έδιωξε ο θείος εκεί, θα μας διώξει εδώ ο Θεός. Και τότε τι θα κάνουμε; Από το όνειρο ξυπνάμε και βρισκόμαστε κάθε φορά εδώ, στη σιγουριά του Παράδεισου. Αν μας διώξει και ο Θεός τι θα κάνουμε;
ΑΓΑΘΗ
Παράδεισος να σου πετύχει… Που να μην μπορεί κανείς να χαρεί ό,τι ομορφότερο! Τι χειιρότερο μπορεί να μας συμβεί από αυτό;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρεις. Δεν ξέρω, Μόνον ο Θεός ξέρει.
ΑΓΑΘΗ
Ο Θεός ξέρει να μας τυραννάει! Αυτό ξέρει! Αφού
μας στερεί τον έρωτα-το ωραιότερο πράγμα στον
κόσμο-γιατί να τον υπολογίσουμε κι εμείς;
Και ξέρεις κάτι;
Υποψιάζομαι τι μπορεί να σήμαινε εκείνο το "θα
αυτοκτονήσω" που έλεγες. Πως θα πάψεις να
υπάρχεις. Αυτό είναι το χειρότερο που μπορούμε να
πάθουμε αν παρακούσουμε την εντολή του Θεού.
Να τι το πολύ να γίνουμε Και γιατί να υπάρχουμε
χωρίς να γευόμαστε τον έρωτα; Να υπάρχουμε για
να βασανιζόμαστε από τη στέρηση της χαράς;
Κι αν δεν ήθελε να τρώμε τα μήλα γιατί μας έβαλε
τη μηλιά μπροστά στα μάτια μας; Δε σκέφτηκε πως
κάποτε θα καταλαβαίναμε τι αυτό το δέντρο μπορεί
να μας χαρίσει με τους καρπούς του;
Δεν του πέρασε από το μυαλό πως κάποτε αντίς γι
αυτόνε θα κάναμε Θεό το δέντρο αυτό;
Θεός… Ας μας διώξει ο Θεός. Ας μείνει με τα ζώα
στον κήπο. Αν θέλει ζώα που να μην ξέρουνε τι θα
πει χαρά, ας κάτσει με αυτά.
Για μένα Θεός είναι από δω και πέρα η μηλιά με όλα
τα φρούτα που έχει πάνω της.
Αδάμ έλα. Πάμε να κόψουμε και να φάμε το απαγορευμένο μήλο.
(τον τραβάει από το χέρι)
Έλα! Έλα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σαν να ξαναζώ το όνειρο. Έτσι με καλούσες και τότε.

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Για τα άλλα μήλα μου. Για κείνα που γι αυτά
γίνανε τα χέρια σου έτσι που μια φούχτα σου να τα
κλείνει μέσα της κάνοντάς τα να σπαρταράνε.
Έλα Αδάμ. Ναι, θεοί θα γίνουμε αλήθεια κι εμείς.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, φοβάμαι.
ΑΓΑΘΗ
Γι αυτό είμαι εγώ εδώ-για να σου δίνω κουράγιο. Για να σε βοηθάω να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες που μας περιμένουνε μετά από ό,τι θα κάνουμε. Για να σε βοηθήσω να χτίσουμε ένα δικό μας κόσμο που η ευτυχία θα τον σκεπάζει με τα χρυσά της φτερά. Κι ο κόσμος αυτός είναι κείνος που βλέπαμε στο όνειρό μας. Τώρα όμως ξέρουμε πώς πρέπει να τον φτιάξουμε. Ξέρουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει να φτιάξουμε άλλους Αδάμ και Εύες που να μην έχουνε μερίδιο στην ευτυχία που μόνο ο έρωτας φέρνει. Να μη φτιάξουμε άλλους Άγγελους και άλλες Αγάθες που θα υποφέρουν. Μα να είναι ελεύθερος ο έρωτας σαν ένα λεύτερο ποτάμι που θα μπορεί να ποτίζεται απ' αυτό όποιος και όποια θέλει.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάμε.
(Η Αγάθη και ο Άγγελος πηγαίνουν στη μηλιά και η Αγάθη κόβει ένα μήλο. Τρώει. Δίνει και στον Άγγελο και τρώει κι αυτός. Τα πρόσωπά τους γεμίζουν με αγαλλίαση. Αυστηρή φωνή του Θεού)
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Αδάμ!
ΑΓΓΕΛΟΣ
(στέκει δίπλα από τη μηλιά)
Εδώ είμαι Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Γιατί έφαγες καρπό από το δέντρο που σου είχα
απαγορέψει να φας;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γιατί οι καρποί αυτοί είναι γλυκοί Θεέ μου. Και συ με
έκανες να μου αρέσει το γλυκό.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Να φύγεις από τον κήπο Αδάμ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να φύγω αν εσύ το θέλεις Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Έτσι θέλω. Και ακόμα θέλω να βγάζεις το ψωμί σου με ιδρώτα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όπως θέλεις Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Πήγαινε!.
ΑΓΑΘΗ
Θεέ μου, θέλω να σου μιλήσω.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Εσύ Εύα; Σ' ακούω.
ΑΓΑΘΗ
Με το νου που μου 'δωσες είδα, σκέφτηκα, σύγκρινα. Κι ένιωσα πως ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσει ο άνθρωπος για να βρει την ευτυχία του, δεν είναι κείνος που μας δείχνουν οι εντολές σου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Και ποιος είναι λοιπόν Εύα;
ΑΓΑΘΗ
Είναι κείνος που ξανοίγουν τα όνειρά μας.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
(με βροντή και λάμψη )
Φύγετε κι οι δυο από τον κήπο!
(Ο Άγγελος πιάνει την Αγάθη από το χέρι και βαδίζουν προς την έξοδο του κήπου ήρεμοι και σοβαροί, ακουμπώντας η Αγάθη το κεφάλι της στον ώμο του Άγγελου)
ΑΥΛΑΙΑ